Ο χρυσός ανήκει στην κατηγορία των ευγενών μετάλλων. Είναι το σημαντικότερο από αυτά διότι διαθέτει μεγάλη χημική αδράνεια με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται από φαινόμενα οξείδωσης. Είναι ένα μέταλλο μαλακό, αστραφτερό, όλκιμο και ελατό. Ο χρυσός, μαζί με τον χαλκό, είναι τα μοναδικά έγχρωμα μέταλλα. Επίσης, δε χάνει τις ιδιότητες του όταν εκτίθεται στον ατμοσφαιρικό αέρα ή στο νερό.

Οι ιδιότητες του χρυσού που συνοπτικά αναφέραμε προηγουμένως, είναι τελικά αυτές που συνέβαλαν στην αρχική του, φαινομενικά αναπάντεχη, επιτυχία.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Πριν 15 χιλιάδες χρόνια λοιπόν, από τροφοσυλλέκτες – κυνηγοί γίναμε οι άνθρωποι, σταδιακά, γεωργοί – κτηνοτρόφοι. Με την πάροδο των χιλιετιών, βελτιώθηκαν οι τεχνικές καλλιέργειας και άρχισε να δημιουργείται ένα ελάχιστο στην αρχή, αλλά σταδιακά αξιόλογο πλεόνασμα. Αυτό το πλεόνασμα, λόγω των ιδιαιτεροτήτων στην παραγωγικότητα των εδαφών και των κοινωνιών, δεν ήταν ομοιόμορφα κατανεμημένο. Κάπου ήταν σιτηρών, αλλού κρέατος κοκ. Αυτή η «ανισορροπία» πυροδότησε με τη σειρά της, την ανταλλαγή προϊόντων. Έγινε δηλαδή η βάση του εμπορίου, της συναλλαγής.

Το εμπόριο για να διευκολυνθεί, απαιτεί χρήμα που θα γίνεται αποδεκτό τουλάχιστον από τις δύο πλευρές της συναλλαγής, και ει δυνατόν από περισσότερους.

Ο χρυσός ήταν ιδανικός να παίξει τον ρόλο του χρήματος:

Όλκιμος και ελατός, άνετα μπορούσε να τεμαχιστεί σε μικρότερα κομμάτια και να μεταφερθεί με ευκολία.

Μαλακός, χωρίς δυσκολία μπορούσε να μαρκαριστεί με τη σφραγίδα του ηγεμόνα κάθε περιοχής.

Αστραφτερός και χρωματιστός, εύκολα μπορούσε να αναγνωρισθεί.

Αδρανής χημικά, δεν μπορούσε να φθαρεί.

Και κάτι παραγνωρισμένο, αλλά εξαιρετικά σημαντικό: σπάνιος αλλά όχι εξαιρετικά σπάνιος. Κοιτάσματα δύσκολα ανακαλύπτονταν, αλλά υπήρχαν.

Κερασάκι στην τούρτα ήταν ότι δε χρησίμευε ουσιαστικά σε οτιδήποτε άλλο.

Δε χρησίμευε στην κατασκευή σπαθιών ασπίδων κλπ. όπλων καθώς είναι μαλακός.

Δε χρησίμευε στη μεταλλουργία καθώς είναι αδρανής.

Αργότερα μόνο λατρευτικά σκεύη και κοσμήματα κατασκευάζονταν από χρυσό, αλλά με αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά επεκτάθηκε η χρήση του ως χρήμα. Έγινε μέσο αποθήκευσης αξίας για μελλοντική εμπορική / συναλλακτική χρήση.

Ο χρυσός εκτός από σπάνιος είναι και σε μικρές συγκεντρώσεις. Τα μεταλλεύματα χρυσού περιλαμβάνουν λίγα γραμμάρια καθαρού μετάλλου ανά τόνο. Αυτό δημιούργησε την ανάγκη να βρεθεί μονάδα μέτρησης του βάρους του, αρκετά μικρή αλλά και πολύ ακριβής λόγω της αξίας του μετάλλου. Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, από τους οποίους πήραμε όλα ανεξαιρέτως τα μειονεκτήματα και απολύτως κανένα προτέρημα, είχαν τη λύση. Παρατήρησαν ότι όλα τα σπόρια της ξυλοκερατιάς ή χαρουπιάς που περιέχονται μέσα στους λοβούς, οι οποίοι μοιάζουν με φασόλια, έχουν πάντα το ίδιο βάρος, ζυγίζουν μόλις 189 και 205 χιλιοστά του γραμμαρίου. Γι’αυτό χρησιμοποίησαν το βάρος τους ως τη μικρότερη μονάδα μέτρησης του χρυσού. Επειδή οι λοβοί είχαν την μορφή κέρατος, ονομάστηκαν κεράτια και το βάρος των καρπών πήρε το όνομα καράτι.

Το να προσδιορίσουμε την πραγματική (αποπληθωρισμένη) αξία του χρυσού από την αρχαιότητα μέχρι το τέλος του Μεσαίωνα είναι δύσκολο καθώς ο ίδιος ο χρυσός αποτελούσε το μέτρο σύγκρισης των αξιών των υπολοίπων αγαθών και υπηρεσιών. Έμμεσα βέβαια το προσεγγίζουμε από το ύψος της  αμοιβής σε χρυσό της εργασίας και από την ανατίμησή του έναντι των μη χρυσών νομισμάτων.

Έτσι λοιπόν τον 4ο αιώνα Π.Χ. ένας Έλληνας Οπλίτης λάμβανε μία δραχμή την ημέρα, που μεταφράζεται σε 1.540 γραμμάρια αργύρου ή 102,7 γραμμάρια χρυσού ετησίως.

Τριακόσια χρόνια αργότερα ο Ρωμαίος Λεγεωνάριος αμειβόταν με 972 γραμμάρια αργύρου ή 64,8 γραμμάρια χρυσού ετησίως. Είναι λοιπόν σαφές ότι στην αρχαιότητα η ισοτιμία Χρυσού Αργύρου ήταν σταθερή στο 1:15 ( επίσης ότι η αξία της εργασίας ήταν πτωτική, αλλά αυτό είναι για άλλο άρθρο).

Στην ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο η αξία των χρυσών νομισμάτων ανέβηκε ραγδαία.

Έτσι, ενώ επί Αυγούστου το χρυσό νόμισμα είχε βάρος περί τα 10 γραμμάρια, επί Μάρκου Αυρηλίου έχασε το 10% του βάρους του, επί Διοκλητιανού επιπλέον 17% και επί Μ. Κωνσταντίνου ακόμα 20%. Συνολικά δηλαδή από 10 έπεσε στα 6,5 γραμμάρια. Σε συνδυασμό με την αύξηση των τιμών των αγαθών και την απαξίωση των καθημερινών νομισμάτων (των «χαρτονομισμάτων» της εποχής θα λέγαμε) δημιουργήθηκε «κατοχικός» υπερπληθωρισμός που συνέβαλε αποφασιστικά στην κατάρρευση του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και οδήγησε στο Μεσαίωνα.

Στο ανατολικό τμήμα, το Βυζάντιο, το χρυσό νόμισμα (solidus) σταθεροποιήθηκε στα 4,55 γραμμάρια και απέκτησε τεράστιο κύρος στη λεκάνη της Μεσογείου και όλη την Ευρώπη, λόγω της διατηρούμενης περιεκτικότητας του σε χρυσό, μέχρι τον 11ο αιώνα, οπότε λόγω των σελτζουκικών τουρκικών καταλήψεων των μικρασιατικών εδαφών και της επακόλουθης οικονομικής δυσπραγίας, σημειώθηκε μείωση της περιεκτικότητας του νομίσματος σε χρυσό κατά 35%. Στην ύστερη Βυζαντινή περίοδο χάνεται η αίγλη του και το Βυζαντινό Υπέρπυρο , όπως πλέον ονομάζεται, μειώνει την περιεκτικότητα του σε καθαρό χρυσό και χάνει το 50% της αξίας του έναντι του Βενετσιάνικου Δουκάτου μέχρι την Άλωση της Πόλης.

Το 13ο αιώνα κάνει στην Αγγλία την εμφάνισή της μια νέα μονάδα μέτρησης η Troy Ounce (Ουγγιά) που παραμένει μέχρι της μέρες μας η βασική μονάδα βάρους για τα πολύτιμα μέταλλα και ισούται με 31,1 γραμμάρια.

Στην Αγγλία από τον 13ο μέχρι τον 18ο αιώνα η αξία της ουγγιάς αναπροσαρμόστηκε ως ακολούθως:

1257: 0.89 λίρες

1351: 1.34 λίρες

1465: 2.01 λίρες

1546: 3.02 λίρες

1664: 4.05 λίρες

1717: 4.25 λίρες

Ο πίνακας αυτός όμως λέει τη μισή αλήθεια. Από τα μέσα του 16ου αιώνα μέχρι το τέλος του 17ου  η, στην κυριολεξία, κλοπή (με τη συνοδεία σφαγών) των πολύτιμων μετάλλων της Λατινικής Αμερικής από τους Ισπανούς κονκισταδόρες, δημιούργησε τεράστια νομισματική κυκλοφορία στην Ιβηρική και μέσω των ελλειμμάτων του βασιλείου της Ισπανίας εξαπλώθηκαν σε όλη την Ευρώπη. Ως αποτέλεσμα μέσα σε 150 χρόνια εξαπλασιάστηκαν οι τιμές των αγαθών (ιστορικά το γεγονός ονομάστηκε Spanish Price Revolution), ενώ του χρυσού (όπως συνάγεται από τον πίνακα) ούτε καν διπλασιάστηκαν.

Για δύο αιώνες, από το 1717 μέχρι την αρχή του Μεγάλου Πολέμου (1914) η τιμή του χρυσού παρέμεινε σταθερή. Αυτή ήταν η φυσική συνέπεια του Κανόνα του Χρυσού που ακολουθούσαν στη νομισματική πολιτική τους όλες οι μεγάλες χώρες. Με τον Κανόνα αυτόν υπήρχε άμεση σύνδεση της αξίας του νομίσματος με συγκεκριμένη ποσότητα χρυσού, και οι κεντρικές τράπεζες εγγυούνταν τη μετατροπή των χαρτονομισμάτων σε χρυσό «επί τη εμφανίσει». Έτσι, πρακτικά η ποσότητα του νομίσματος που είχε κάθε χώρα σε κυκλοφορία συνδεόταν άμεσα με τον χρυσό που κατείχε. Όπως είναι εύκολα κατανοητό, οι χώρες εφάρμοζαν αυστηρούς περιορισμούς στο εξωτερικό εμπόριο (μέσω δασμών και ποσοστώσεων) και οι ευνοημένες ήταν οι ιμπεριαλιστικές αυτοκρατορίες που επέβαλαν τους «όρους εμπορίου» στις αποικίες τους.

Μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα στις συναλλαγές χρησιμοποιούνταν χρυσά και αργυρά νομίσματα στη σταθερή από την αρχαιότητα ισοτιμία 1:15. Από τον 19ο αιώνα, όμως η αφθονία αργύρου μείωσε την αξία των αργυρών νομισμάτων και «απέβαλε» τον χρυσό από τις καθημερινές συναλλαγές επιβεβαιώνοντας τον κανόνα ότι «το κακό χρήμα διώχνει το καλό από την αγορά».  Εν κατακλείδι, μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα η ισοτιμία χρυσού αργύρου είχε γίνει 1:30.

Με το ξέσπασμα της Μεγάλης Ύφεσης το 1929 και σταδιακά μέχρι τα μέσα της δεκαετίας το ’30, όλες οι χώρες είχαν εγκαταλείψει τον Κανόνα του Χρυσού και ακολούθησαν προστατευτικές πολιτικές.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δημιουργήθηκε μια νέα αρχιτεκτονική στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, το σύστημα του Bretton Woods, στo οποίο συμμετείχαν μόνο οι δυτικές χώρες, όπου ο χρυσός είχε σημαντική αλλά έμμεση θέση.

Οι συμμετέχουσες χώρες στο σύστημα αυτό ήταν υποχρεωμένες να διατηρούν την ισοτιμία τους με το δολάριο σταθερή με μικρές μόνο αποκλίσεις της τάξης του 1% από την ορισμένη ισοτιμία. Για να επιτευχθεί η σταθερότητα αυτή οι χώρες αναλάμβαναν να αγοράσουν ή να πουλήσουν την απαραίτητη ποσότητα χρυσού ή συναλλάγματος ώστε να βρίσκεται η ισοτιμία τους μέσα στα στενά όρια του +/- 1% από τις κεντρικές ισοτιμίες. Σκοπός της δημιουργίας αυτού του συστήματος ήταν η ύπαρξη ενός ομαλού και προβλέψιμου διεθνούς κλίματος συναλλαγών ανάμεσα στις συμμετέχουσες χώρες, που θα διέπονταν από συγκεκριμένους κανόνες, με περιορισμό των ελέγχων, και την επίτευξη της μετατρεψιμότητας των νομισμάτων όλων των χωρών που συμμετείχαν στο σύστημα, μέσω των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών. Μετατρεψιμότητα σε χρυσό διατηρούσε μόνο το αμερικάνικο δολάριο, στην τιμή των 35 δολαρίων ανά ουγγιά. Οι υπόλοιπες χώρες καθόριζαν τις ισοτιμίες τους σε σχέση με τον χρυσό μόνο έμμεσα καθώς υπολόγιζαν τη σχέση εθνικού νομίσματος ανά ουγγιά χρυσού αντίστοιχα την ισοτιμία τους με το δολάριο. Το δολάριο έτσι έγινε «παρεμβατικό νόμισμα» για τη διατήρηση των συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Η εκτίναξη των ελλειμμάτων των ΗΠΑ την περίοδο του πολέμου του Βιετνάμ, η χρηματοδότησή τους με κρατικό δανεισμό, και η επακόλουθη μεγάλη αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας, έθεσαν εν αμφιβόλω τη μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό. Προφανώς, δεν υπήρχαν και πολλοί διαθέσιμοι «ήρωες», στον δυτικό συνασπισμό, για να δοκιμάσουν τις αντοχές του δολαρίου, άρα και των ΗΠΑ, εκείνη την περίοδο.

Όμως τελικά ίσως και κάποιος να υπήρξε. Φημολογείται ότι το 1969 ο πρόεδρος της Γαλλίας Charles De Gaulle φόρτωσε ό,τι δολάριο βρήκε στη Γαλλία σε ένα αντιτορπιλικό και το έστειλε στη Ν. Υόρκη να παραδώσει τα χαρτονομίσματα και να πάρει χρυσό, αναγκάστηκε όμως να διατάξει την επιστροφή του πλοίου.

Αληθές ή όχι το περιστατικό, το 1971 ο πρόεδρος Richard Nixon διέκοψε τη μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό. Την ίδια χρονιά ο Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ John Connally, έκανε την περίφημη δήλωση απευθυνόμενος στους συμμάχους (LOL) της υπερδύναμης:

«The dollar is our currency, but it is your problem».

(μτφ, “το δολλάριο είναι το δικό μας νόμισμα αλλά το δικό σας πρόβλημα“)

Μετά από αυτή την εξέλιξη ο χρυσός μπήκε στη νέα εποχή του που ισχύει μέχρι σήμερα. Αποτελεί ένα εμπόρευμα ελεύθερα διαπραγματευόμενο με τιμή που καθορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση στην αγορά.

Μέχρι και την κρίση του 2008, η τιμή του δεν ξεπέρασε τα 600 δολάρια /ουγγιά, τιμή στην οποία είχε βρεθεί και περί το 1980, άρα δεν αποτελούσε επί της ουσίας επενδυτικό προϊόν αλλά μάλλον ασφαλές καταφύγιο (safe heaven) για μικρές περιόδους έντονων παγκόσμιων ανακατατάξεων, οικονομικών και πολιτικών.

Αυτό που έγινε όμως μετά, δεν μπορούσε να προβλεφθεί. Η τιμή του χρυσού ακολούθησε την ανηφόρα και τα τελευταία δέκα χρόνια δεν έχει πέσει κάτω από τα 1.100 δολάρια/ουγγιά. Πρόσφατα ,δε, δοκίμασε τα επίπεδα των 1.900 δολαρίων.

Κατά τη γνώμη της στήλης αυτό οφείλεται στην ποσοτική χαλάρωση (quantitative easing) που ακολουθούν οι κεντρικές τράπεζες. Διοχετεύουν στις εμπορικές τράπεζες χρήμα, αυτές με τη σειρά τους, δεν τροφοδοτούν με ρευστό τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που το έχουν πραγματικά ανάγκη, αλλά όσους επί της ουσίας «δεν ξέρουν τι να το κάνουν».

Οι τελευταίοι αγοράζουν αξίες (ακίνητα, μετοχές, χρυσό) αφού δεν έχουν ανάγκη επιπλέον κατανάλωσης και αποφεύγουν τις τραπεζικές καταθέσεις και τα ομόλογα που έχουν μηδενικές αποδόσεις.

Συμπερασματικά, η τιμή του χρυσού θα διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα και μάλλον θα ξεπεράσει το φράγμα των 2,000 δολαρίων η ουγγιά, όσο οι κεντρικές τράπεζες με αφορμή είτε την πανδημία είτε την αναιμική οικονομική μεγέθυνση συνεχίζουν την «αντισυμβατική» νομισματική πολιτική τους, πράγμα που πιστεύουμε ότι θα συμβεί.

Πάντως, μια πειστική αύξηση των επιτοκίων (στα επίπεδα της μιάμιση ποσοστιαίας μονάδας) θα σαλπίσει τη γρήγορη υποχώρηση του χρυσού προς τα επίπεδα των 1,300 δολαρίων / ουγγιά.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here