Photo: Eva Pontikaki

Τσιμουδιά, ένα μυθιστόρημα[i] του Σαρλί Ντελουάρτ. Στην Ελλάδα της κρίσης. Μια έφηβη σε κρίση. Σε μια οικογένεια σε κρίση. Το κορίτσι αποφασίζει να μη βγάλει πια τσιμουδιά. Αλλά να μιλήσει με μαρκαδόρους και σπρέι. Στους τοίχους της Αθήνας. Μεταξύ της επαναστατημένης μεγαλούπολης και της αλληλέγγυας κοινωνίας της Σερίφου, παρακολουθεί ταυτόχρονα τις αλλαγές στο κορμί της, συνδυάζοντάς τες με αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα. Σ’ ένα περιβάλλον που σωπαίνει και κοχλάζει. Αντιγράφω από αυτό το μυθιστόρημα-κραυγή:

Τσιμουδιά, όλες οι λέξεις χωλές μπροστά στο γεγονός που έλαβε χώρα δύο εβδομάδες αργότερα, πέντε μέρες πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα[ii]. Ένας άντρας, ο Δημήτρης Χριστούλας, εβδομήντα εφτά χρόνων, συνταξιούχος φαρμακοποιός, βγήκε από το μετρό, λίγο μετά τις εννέα το πρωί, η πόλη μόλις είχε ξυπνήσει και πήγαινε στη δουλειά , κι εκείνος στάθηκε κάτω από ένα δέντρο στην πλατεία Συντάγματος, μέσα στην κοσμοσυρροή, έβγαλε ένα πιστόλι και φύτεψε μια σφαίρα στον κρόταφό του. Λίγο πριν είχε φωνάξει: Δεν μπορώ ν’ αφήσω τέτοιο χρέος στο παιδί μου. Και: Δεν αυτοκτονώ, με σκοτώνουν… Το αίμα λέκιαζε το έδαφος, δεν ήταν πια μπογιά, μια συμβολική ζωγραφιά, αλλά το δικό του αληθινό αίμα. Εκείνου, που στην τσέπη του πανωφοριού του βρέθηκε ένα σημείωμα τριών παραγράφων:

«Η κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου εκμηδένισε κυριολεκτικά την δυνατότητα επιβίωσής μου που στηριζόταν σε μια αξιοπρεπή σύνταξη που επί 35 χρόνια εγώ μόνον (χωρίς ενίσχυση κράτους) πλήρωνα γι’ αυτή.

Επειδή έχω μια ηλικία που δεν μου δίνει την ατομική δυνατότητα δυναμικής αντίδρασης (χωρίς βέβαια να αποκλείω αν ένας Έλληνας έπαιρνε το καλάσνικωφ ο δεύτερος θα ήμουν εγώ) δεν βρίσκω άλλη λύση από ένα αξιοπρεπές τέλος πριν αρχίσω να ψάχνω στα σκουπίδια για τη διατροφή μου.

Πιστεύω πως οι νέοι χωρίς μέλλον, κάποια μέρα θα πάρουν τα όπλα και στην πλατεία Συντάγματος θα κρεμάσουν ανάποδα τους Εθνικούς προδότες, όπως έκαναν το 1945 οι Ιταλοί με τον Μουσολίνι (πιάτσα Λορέτο στο Μιλάνο)».

Τότε αυτό το σημείωμα μου είχε φανεί κάπως υπερβολικό, παρότι προερχόταν από έναν πολιτικό αυτόχειρα. Γενικά το ποσοστό των αυτοκτονιών είχε διπλασιαστεί από την αρχή της τότε κρίσης και το ένα τέταρτο των τηλεφωνημάτων στους αριθμούς για επείγοντα ζητήματα αφορούσε οικονομικά προβλήματα. Τότε είχα γράψει ένα ποίημα στη μνήμη του.

 

Μνήμη Δημήτρη Χριστούλα

ΑΘΗΝΑ                                                        

Με τον τρόπο του Λ. Μαβίλη


Την πόλη ως δρομέας τριγυρνώντας

ανθρώπινα σκουπίδια πεταμένα

ένα σωρό στη λήθη αφημένα

τα μάτια να σφαλίσω μη μπορώντας

 

μα και τα πίσω, τα δημόσια, κοιτώντας

σωρεία λάθη, τόσα ημαρτημένα,

απίστευτα καμώματα, ξεχασμένα

πλήγματα, δήθεν συγχωρημένα όντας

 

βολεί μα δε μπορώ να βολευτώ

σε κόσμο που ‘ναι μαγνάδι πλανερό

δίχως αξιοπρέπεια, τίποτα ζηλευτό

 

Βούρκος το μέλλον, βούρκος το νερό

Ω πλήθος θλίψη, θάλλει η απελπισία

[ΦΩΝΗ Α Πλήθος θυμάτων, ανθρωποθυσία                     

ΦΩΝΗ Β   Βαδίζουμε προς την Αχερουσία            

ΦΩΝΗ Γ   Θολώνω. Μας ράγισε η θυσία               

ΦΩΝΗ Δ  Ανάθεμά την τόση υποκρισία                

ΦΩΝΗ Ε   Διάγουμε εν πλήρει αιχμαλωσία]                                  

 Επιζητώ, μιαν απουσία – παρουσία  

 

Τώρα, αφού με τόσο κόπο βγήκαμε από τα μνημόνια, αφού πήραμε μιαν ελάχιστη ανάσα και ξαναπροσλήφθηκαν οι καθαρίστριες και οι καθηγητές ειδικής αγωγής και μαθημάτων των ΕΠΑΛ που είχαν καταργηθεί κλ.π. (ο σημερινός πρωθυπουργός στόχευε από τότε στην απόλυση του 2% των δημοσίων υπαλλήλων, δες εδώ), αφού βιώσαμε μια κάποια κανονικότητα, επέστρεψαν οι γνωστοί παλιοί-νέοι Τσολάκογλου να μας εκμηδενίσουν ξανά, προσπαθώντας να δημιουργήσουν ένα αντεστραμμένο είδωλο της πραγματικότητας και να εμφανίσουν ως λαϊκιστές και μη δημοκράτες αυτούς που αντιτάχθηκαν στον ανάλγητο νεοφιλελευθερισμό τους. Τώρα, συνυπογράφω ασμένως το σημείωμα του Δημήτρη Χριστούλα, διότι όπως αποδεικνύεται από τα πράγματα, η πανδημία αποτέλεσε ακόμη μια ευκαιρία αντικοινωνικών θεσμικών επιτελικών νομοθετημάτων, η κυβέρνηση δεν ορρωδεί προ ουδενός και ξετινάζει την οικονομία προοικονομώντας μια νέα κρίση.

Σε κάθε περίπτωση, ας έχουμε υπόψη και μια εξαιρετική πρωτοβουλία:

Την τηλεφωνική γραμμή Ψυχολογικής και Ιατρικής στήριξης
“ΚΥΚΛΟΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ”.
Δημιουργήθηκε σε εθελοντική βάση και οι υπηρεσίες προσφέρονται δωρεάν.  Καλέστε στο 210 3802037, Δευτέρα-Παρασκευή 4-7μμ

Για να μη θρηνήσουμε κι άλλους, πέρα απ’ αυτούς που άφησαν λόγω μη ενίσχυσης του ΕΣΥ να μας πάρει η πανδημία. Ενός λεπτού σιγή και περίσκεψη για τους νεκρούς αφενός, και επειδή οι δυσκολίες είναι πάλι πολλές σε επίπεδο κοινωνικό, υγειονομικό, ψυχικό και οικονομικό, εντεινόμενες μάλιστα, επικοινωνία με τους ειδικούς, αφετέρου. Ας μη μας παίρνει από κάτω, ας τους ρίξουμε κάτω.

[i] Εκδόσεις Utopia, μτφρ. Σοφία Διονυσοπούλου, 2016, σελ. 167-8.

[ii] 4 Απριλίου 2012.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here