Στην πλάτη ρίχνω τα μαλλιά,

Φοράω κορδέλα βυσσινιά,

Τα βλέφαρα ζωγραφιστά,

Στο στήθος φυλαχτά.

Με λένε,

Το κορίτσι του Μάη,

Εκεί που ο κόσμος καίγεται, εγώ χτενίζομαι.

Αποφασίζοντας για πλάκα να βάλω υποψηφιότητα για πρόεδρος απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα, με μια περίεργη αλληλουχία γεγονότων, βρέθηκα πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Ακόμα δεν έχω καταλάβει τί έγινε και πώς, μου είπαν, γιατί εγώ μαγείρευα γιουβαρλάκια κατά τη διάρκεια των εν κρυπτώ διεργασιών, ότι κάπως κάπου συντονίστηκαν κάτι αδιάβροχα, οι τριάντα τρεις που μετρήθηκαν κι ήταν τριάντα δύο, δύο τρεις άλλες τάσεις, κάτι νεοδημοκράτες που γράφτηκαν και με ψήφισαν για πλάκα, πάντως το ρεζουμέ είναι ότι εξελέγην μετά Βαΐων και κλάδων κι έμειναν τα γιουβαρλάκια στη μέση, η φαμίλια μου νηστική κι ο Γολγοθάς μου μόλις ξεκινούσε.

Ταραγμένη που δεν είχα προλάβει να κάνω δίαιτα εξπρές και εν μέσω αλαλαγμών του εκλογικού σώματος που ενθουσιωδώς με έραινε με οπωροκηπευτικά μέσα από συριζαίικα Cayenne, αποφάσισα να απέχω την πρώτη μέρα των καθηκόντων μου και να πάω κομμωτήριο, ώστε να ανασυγκροτηθώ:

Μέσα στα αλουμινόχαρτα δέχτηκα τα πρώτα συγχαρητήρια τηλεφωνήματα: το πρώτο από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, που είχε σαν αποτέλεσμα να κάψω το μαλλί με τη ντεκαπάζ μετά από ανεξήγητο Πάρκινσον του κομμωτή και το δεύτερο από τον πρώην πρόεδρο Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο δεν άκουγα πολύ καλά λόγω κακού σήματος στο ελεύθερο κάμπινγκ της Σχοινούσας όπου, τεθλιμμένος για την ήττα του, μου ανακοίνωνε ότι αφήνει στα χέρια μου το μέλλον του κόμματος και μου ζητούσε τη συνταγή για τα γιουβαρλάκια. Μιας και το μέλλον δεν το γνώριζα, του είπα ότι το γλασσέ κάνει καλύτερο χύλωμα από το Καρολίνα και να μην τα παραστουμπώσει γιατί σκάνε στην κατσαρόλα. Το τρίτο τηλεφώνημα ήταν από συντρόφους, όπου μου εξήγησαν εκτενώς ότι η δική τους κίνηση ήταν αυτή που με πριμοδότησε και με στήριξε για να βγω πρόεδρος. Χωρίς αυτούς, μου είπαν, θα ήμουν ακόμα ένα απλό μέλος, με ισότιμη πρόσβαση σε ενημέρωση, όργανα, διαδικασίες, όπως όλοι άλλωστε. Τους ευχαρίστησα, καθότι υπόχρεη. Ήταν φανερό ότι στην κάλπη πήγαν μονοκούκι, συγκινήθηκα λοιπόν και μου μπήκε βαφή στο μάτι. Αφού την ξέπλυνα, δέχτηκα και το τελευταίο τηλεφώνημα της ημέρας, τούτο από το Πατριαρχείο. Δεσποτάδες και δεξιοί ψάλτες, αριστερούς δεν έχει, με έλουσαν στα συγχαρητήρια αφού με διαβεβαίωσαν ότι κι αυτοί με ψήφισαν.

Η δεύτερη μέρα κύλησε παρόμοια: Πολιτευτές, δήμαρχοι, πρόεδροι συλλόγων, κυνηγοί, ψαράδες, τοπικοί φορείς, παπάδες, κλειδαράδες, δημοτικοί σύμβουλοι και όλοι οι κατέχοντες αξιώματα, μου υπέβαλαν τα διαπιστευτήριά τους και τη διαβεβαίωση ότι με ψήφισαν. Ως τώρα, είχα μετρήσει περίπου 350.000 ψήφους και 2.000.000 μέλη του Σύριζα, δεν είχα όμως χρόνο για αμφισβήτηση καθώς είχα κλείσει και την πρώτη μου συνέντευξη Ενώπιος Ενωπίω και προείχε να ξαναπάω κομμωτήριο.

Εκεί συνάντησα τη Θεοδώρα Τζάκρη όπου ζήτησα συμβουλές περί ηγεσίας στην πολιτική σκηνή. Μπορεί να μην είχε, αλλά κάναμε κι οι δυο πολύ ωραίο χτένισμα. Βγαίνοντας έπεσα πάνω σε ένα ψηλό, χαρούμενο κύριο :”Γειά σου, λεβέντισσα!”, μου είπε χτυπώντας με στον ώμο και προκαλώντας μου εξάρθρωση καθότι βαρύ χέρι και συνέχισε :”Καπνίζεις μωρέ;”. Κούνησα το κεφάλι θετικά. “Ε ρε μια προεδρίνα τσίφτισσα!” αναφώνησε και με πήρε σηκωτή στα χέρια. Από χέρι σε χέρι σαν τη Μαντόνα στις συναυλίες, όχι τώρα, στα χάι της, κι ενώ πέρασα από διάφορα μπράτσα, έφτασα μέχρι την Κουμουνδούρου. Ο φρουρός κοιμόταν και θεώρησα χρέος μου να τον ξυπνήσω.” Θα την πατάξω, εγώ, την τεμπελιά”, βροντοφώναξα, “δουλειά δουλειά και στο διάλειμμα πάλι δουλειά! “, κατευθυνόμενη προς το καφενείο.

Όλα τα πρωτοκλασάτα στελέχη βρέθηκαν γύρω μου ενώ εγώ, που δε θυμάμαι ονόματα γενικά, φρόντισα να απομνημονεύσω τους μελλοντικούς κοντινούς μου συμβούλους με κάποια ανεπαίσθητα χαρακτηριστικά τους. Καλώς ή κακώς, ο περίγυρος ενός προέδρου, έχει μεγάλη σημασία γιατί μπορεί να λειτουργήσει μέχρι και παραπλανητικά, μη σας πω, σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις. Ευτυχώς είχα δίπλα μου τους ανθρώπους που με διαβεβαίωσαν ότι είχα τη στήριξή τους κι έτσι ένιωθα μια ασφάλεια. Δεν πιάνομαι εύκολα Κώτσος, εγώ.

Ένα πολύ συμπαθητικό παιδί που μου διαφεύγει τώρα το όνομά του, χωρίς μαλλιά, με βοήθησε να τονίσω τα καίρια σημεία για την πρώτη μου συνέντευξη: αρχικά είχα σκοπό να αλλάξω το λογότυπο σε πιο ροζ και να βάλω δύο τρεις πεταλούδες γύρω-γύρω διότι δεν μπορώ τη μονοτονία, έπειτα να συνεχίσω την αντιπολίτευση στην κυβέρνηση σε πιο σθεναρό τόνο γιατί έχω και τα νεύρα μου, επόμενη ρηξικέλευθη πρόταση να βάλουμε power plate σε κάθε έδρανο και τέλος, να διεκδικήσω την πρωθυπουργία με σύνθημα “Μια γυναίκα μπορεί, τη ζωή σου να αλλάξει μπορεί, μια γυναίκα μπορεί, να χαράξει καινούργια αρχή”. Το καλό αυτό παλικάρι, δίχως μαλλιά που προείπα, είχε αλλά μετά του πέσανε δηλαδή, με άκουγε με περισσή προσοχή ενώ ταυτόχρονα τα χέρια του έτρεμαν από συγκίνηση. Ένας κύριος με σπαστά ελληνικά και κόκκινη τσάντα, ήρθε κοντά μου: «Φαίνεται να έχεις μια αστική ευγένεια», μου είπε με προφορά Καλομοίρας. Στο μεταξύ εγώ, ό,τι ευγένεια είχα και δεν είχα, από το χωριό την είχα φέρει, αλλά δε μου αρέσει να χαλάω καρδιές. «Yes, it is», απάντησα με περηφάνεια κωμόπολης.

Στο στούντιο κατέφτασα, φυσικά, με τη συνοδεία μου καθότι πρόσωπο περιωπής πλέον, ήτοι την αμπιγιέζ, τη μακιγιέζ, την κομμώτρια, τη μαγείρισσα και την κολλητή μου φίλη από το κόμμα που εκτελεί προσωρινά χρέη σωματοφύλακα καθώς η προσωπική μου φρουρά αρνήθηκε να ξανοίξει το μπλε σκούρο της αστυνομικής στολής και παραιτήθηκε σύσσωμη. Θα το πατάξω, εγώ, το ντεμοντέ, είπα στο δημοσιογράφο τον οποίο άφησα άφωνο με το καλησπέρα σας. Σε ό,τι και να προσπαθούσε να με στριμώξει, εγώ εκεί να τον ταπώνω με τις γνώσεις μου, τί για ριάλιτι με ρώτησε, τί για Πισπιρίγκου, τί για πληθωρισμό, τί για ντολμαδάκια, τα ήξερα όλα. Λίγο για τα ελληνοτουρκικά πήγε να με στριμώξει, αλλά δεν του πέρασε ούτε εκεί. 32 τούρκικα σίριαλ έχω δει, ας κοπιάσει ο σουλτάνος. Στην ερώτηση για το αν έχουμε εσωκομματικές διαμάχες, αποχώρησα προσβεβλημένη. Με λαϊκισμούς του κίτρινου τύπου, δε θα ασχοληθώ.  Πέταξα τα τακούνια μου σαν άλλη Τζούλια κι έκανα 89% τηλεθέαση, ούτε η Παπαρίζου στη Γιουροβίζιον να ήμουν.

Στη δεξιά πολυκατοικία, είχαν κρεμάσει μαύρες πλερέζες: Εμφανώς στρεσαρισμένοι με το νέο αίμα που ξαφνικά βρέθηκε απέναντί τους και μην έχοντας άλλο τρόπο να πλήξουν το ορμητικό ποτάμι που θα τους σάρωνε, άρχισαν το σαφάρι του παρελθόντος μου προκειμένου να δολοφονήσουν τον -κατά τα άλλα- τρομακτικά ακέραιο και αδέκαστο χαρακτήρα μου. Από το πρώτο μου φλερτ στο νηπιαγωγείο μέχρι μια απλήρωτη κλήση σε θέση πλην κατοίκων στο Κολωνάκι η οποία έριξε έξω τον προϋπολογισμό του δήμου Αθηναίων και κατηγορήθηκα για φοροδιαφυγή και αναρχική συμπεριφορά, το 9 μου στο μάθημα της γυμναστικής στην έκτη δημοτικού και ένα υπόλοιπο 83 ευρώ σε πιστωτική κάρτα που θεωρήθηκε μαύρη τρύπα στο πόθεν έσχες μου και έφτασα στα πρόθυρα διαζυγίου όταν ο άντρας μου ανακάλυψε ότι είχα πάρει μια μάσκαρα και δυο κραγιόν με αυτό το ιλιγγιώδες ποσό, το σκανδαλώδες γυμνό μου το ’87 σε μια φωτογραφία από τα βαφτίσια μου και τον αφορισμό μου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο για τον ίδιο λόγο, η προσπάθεια των συστημικών ΜΜΕ να με βλάψουν, είχε μόλις αρχίσει. Το αδέκαστο προφίλ μου, όμως, ήταν πιο βράχος κι από νταμάρι. Η υπερηχητική τσιρίδα μου, απόρροια της θητείας  μου ως μάνα, σύζυγος, φορολογούμενη και νοικοκυρά , κέρδιζε κατά κράτος το αντίπαλον δέος σε κάθε τηλεοπτικό παράθυρο. 10 ντεσιμπέλ αυτοί, 16 εγώ. Η επιτυχία μου ήταν εμφανής σε όλους τους τομείς: Κοντά 5.000 τηλεοράσεις πουλήθηκαν την επόμενη μέρα της συνέντευξής μου. Κι όσοι δε μπόρεσαν να πουλήσουν τη δική τους, την πέταξαν από την ταράτσα.  Χτύπα κι άλλο, θα τ’ αντέξω, φώναζα στις κάμερες των παπαράτσι που με ακολουθούσαν σε κάθε μου βήμα, πλέον. Όμως εγώ που δε ζω γονατιστή, είχα μαζί μου το λαό. «Υπάρχει καλύτερη τσιρίδα και τη θέλουμε.», έγραφαν τα πανό. Κι από συγκίνηση, αναριγούσαν ως τα πέρατα της επικράτειας οι προοδευτικοί πατριώτες.

Την τέταρτη μέρα, ορμώμενη, ανακοίνωσα την αλλαγή του κομματικού ύμνου με το My Number one που και στίχο με περιεχόμενο έχει και άνοιγμα στους Έλληνες της διασποράς κάνει. Φτάνουν πια τα Μπέλα τσάο, εκσυγχρονιστείτε, θα μας λένε αριστερούς στο τέλος. Δε σας κρύβω ότι ήμουν, όμως, ελαφρώς αγχωμένη. Το άγχος της καταξίωσης κι η μοναξιά της κορυφής με κατέκλυσαν. Αν και επιτυχημένη και πανέμορφη, η  ανασφάλειά μου ήταν εμφανής. Θα με δεχτούν οι άντρες σύντροφοί μου, μήπως μου σκάψουν το λάκκο, θα βγω πρωθυπουργός να πάω την Ελλάδα μπροστά, προλαβαίνω να κάνω την αίτηση για το επίδομα βενζίνης, αν κάνω κανάλι του κόμματος και λέω τον καιρό που το έχω άχτι θα θεωρηθεί λαϊκισμός, έκλεισα τα φώτα ή θα δώσω τον πρώτο μου μισθό στο Στάσση να τον κάνει πλακάκια μπάνιου ξενώνα, πόσες θερμίδες έχουν 3 πιτόγυρα, όλα αυτά με κρατούσαν ξάγρυπνη τις νύχτες. Πού είσαι, Αλέξη, να με βοηθήσεις, μονολογούσα, εγώ Καμάρα κι εσύ Πολυτεχνείο, που πάω καλέ ξυπόλυτη στ’ αγκάθια..;

Σε τούτο τον κυκεώνα, άσβεστος φάρος ελπίδας, ήταν ασφαλώς οι σύντροφοί μου. Αγόγγυστα και με αυταπάρνηση, όπως στηρίζουν ο ένας τον άλλον τόσα χρόνια, στήριξαν κι εμένα. Μια νέα πρωθυπουργός ήταν πλέον στο κατώφλι. Η πρώτη πρωθυπουργός της Ελλάδας, έλεγα κοιτάζοντας τον καθρέφτη, η δεύτερη φορά αριστερά είναι γένους θηλυκού, η δεύτερη φορά….

Γκντουπ!, ακούστηκε ένας γδούπος καθώς το χέρι μου βάρεσε στο κομοδίνο. Αι στο καλό, τί ζωντανό όνειρο και τούτο. Κοίταξα γύρω μου, μέσα στην ησυχία της νύχτας και αναλογίστηκα: Αύριο έχω να πληρώσω ρεύμα, σούπερ μάρκετ, να πάω στη δουλειά, να τρέξω, να γυρίσω, θεέ μου, έχουν πέσει πάνω μας οι 7 πληγές του Φαραώ και δε βλέπουμε άσπρη μέρα. Οι ακρίδες πρέπει να φύγουν. Καλό το παραμύθι, αλλά έχει δράκο.

Αλέξη, ξύπνα κι εσύ, φτάσαμε. Από μένα, η δέσμευση είναι πια διαρκής: Τελευταία φορά που τρώω λαχανοντολμάδες για βράδυ.

Προηγούμενο άρθροΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ TOP-10 1-15/4/22
Επόμενο άρθροΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ TOP-10 16-30/4/22
Μαργαρίτα Μπογδάνου
Είμαι η Μαργαρίτα Μπογδάνου ( απλή συνωνυμία, μην πάει ο νους σας στο κακό!). Έχω περάσει από 40 κύματα στα επαγγελματικά μου, έκανα μια στάση από Διεθνείς Σχέσεις στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, εν τέλει με κέρδισε το ελεύθερο επάγγελμα. Μιλάω αγγλικά, γαλλικά και ρωσικά, εκτός αν με νευριάσουν οπότε τα μιλάω όλα μιξ. Ζω με τέσσερα αγόρια και γράφω για όσα μπορώ αλλά, κυρίως, όσα δε μπορώ να αντέξω.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here