Αγαπημένη καραμέλα των ελληνικών ΜΜΕ είναι η επικείμενη κατάρρευση της τουρκικής οικονομίας (Τ.Ο. στο εξής).

Αποτελεί και κρυφό πόθο κυβερνητικών κύκλων έτσι ώστε να χαλαρώσει η αυτοπαγίδευση από την αλλοπρόσαλλη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, όπου από τον «ηρωισμό» περάσαμε στον «ενδοτισμό» και τέλος βρήκαμε καταφύγιο στην «ακινησία».

Είναι όμως η κατάσταση όπως την θέλουμε ή η Τ.Ο. ανθεί; Όπως πάντα, η αλήθεια δεν είναι άσπρη ή μαύρη αλλά κάποια απόχρωση του γκρι.

Θα εξετάσουμε τα βασικά μεγέθη. Αυτά που θα λέγαμε του «συρμού» αλλά και αυτά που αναδεικνύουν τις παραγωγικές δυνατότητες της Τ.Ο.

Α) Ξεκινάμε από το βασικό οικονομικό μέγεθος που ο μυωπικός νεοφιλελευθερισμός ξεχνά, το μέγεθος του πληθυσμού και τη διάρθρωσή του, καθώς το εργατικό δυναμικό είναι ο παραγωγός πλούτου των χωρών (το ποιοι νέμονται αυτό τον πλούτο ξεφεύγει από τους στόχους της ανάλυσής μας).

Ο πληθυσμός του άσπονδου γείτονα και «συμμάχου» είναι στα 84 εκ, από 63 εκ. πριν 25 χρόνια.

Το 39% είναι νέοι κάτω των 25 ετών. Αυτό είναι σημαντικό στοιχείο ενεργητικού της Τ.Ο., όμως ταυτόχρονα και πρόκληση. Αυτά τα 32 εκ. πρέπει τα επόμενα 15-20 χρόνια να βρούν εργασία, πόσω μάλλον όταν το 76% των Τούρκων ζει σε αστικά κέντρα, άρα η απασχόληση στον αγροτικό τομέα αποτελεί διέξοδο για όλο και λιγότερους. Άνω των 65 ετών είναι το 10%, άρα πίεση στο ασφαλιστικό σύστημα δε θα υπάρχει στο προβλεπτό μέλλον. Τέλος, η μέση ηλικία πρώτης τεκνοποιίας για τις γυναίκες είναι τα 22,3 έτη.

Β) Το ΑΕΠ της χώρας είναι πια στα $780 δις, από $980 δις που είχε ανέλθει το 2014. Βέβαια, την τελευταία 20ετία συνολικά έχει 4πλασιαστεί ($200 δις το 2001). Σημαντικό στοιχείο που οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μας είναι η ανεπίσημη, «μαύρη», οικονομία (αυτή είναι σίγουρο ότι αποτελεί «προνόμιο» της γειτονίας μας, όχι μόνο της Ελλάδας) που κατά τους υπολογισμούς των ίδιων των Τούρκων ανέρχεται στο 35-40% της επίσημης.

 

Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ για όλη την τελευταία δεκαετία ήταν θετικός, μεταξύ 3% και 4%., όμως από το 2018 είναι φανερό το «λαχάνιασμα». Αξιοσημείωτο ότι η Τ.Ο. βγήκε από την κρίση της πανδημίας με μόνο ένα τρίμηνο μείωσης ΑΕΠ και ανέκαμψε πολύ δυναμικά στο επόμενο.

 

Το κατά κεφαλήν εισόδημα, παρ΄όλη την αύξηση του πληθυσμού και αυτό ανέβηκε σημαντικά φτάνοντας τα $15,000, από $11,500 το 2010.

Ακόμα πιο σημαντικό είναι, ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ισοδύναμο αγοραστικής δύναμης (ΡΡΡ), έφτασε τα $28,000 είναι δηλαδή εφάμιλλο του ελληνικού, παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα στη χώρα μας. Τα νούμερα αυτά, να μην ξεχνιόμαστε, αφορούν αποκλειστικά την επίσημη οικονομία.

 

Γ) Η υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της τελευταίας εικοσαετίας χρηματοδοτήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τον κρατικό και ιδιωτικό δανεισμό. Η κατεύθυνση όμως των δανείων κυρίως στον αναπτυξιακό τομέα, οδήγησε σε πτώση την αναλογία χρέους προς ΑΕΠ. Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, από περίπου 80% το 2002, έπεσε κάτω από 30% μέχρι το 2017, για να ανέβει στο 40% το 2020, με την «κούραση» της Τ.Ο. που είπαμε και πριν. Βρίσκεται δηλαδή στα $310 δις, λιγότερο ωστόσο από το χρέος της χώρας μας που έχει και το ¼ του τουρκικού ΑΕΠ.

Το δημόσιο χρέος είναι χαμηλό, όμως δεν είναι και εύκολο να μειωθεί, λόγω των ελλειμμάτων των κρατικών προϋπολογισμών των τελευταίων ετών. Ελλείμματα που δεν είναι υπερβολικά, καθώς δεν ξεπερνούν το 3% (με εξαίρεση το έτος πανδημίας) αλλά είναι επίμονα και αυξανόμενα. Η κύρια παρενέργεια είναι ότι δημιουργούν (σε συνδυασμό με το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών που θα εξετάσουμε σε λίγο) πίεση στην τουρκική λίρα.

Το ιδιωτικό χρέος είναι το μεγάλο αγκάθι της Τ.Ο. Ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι στο 165%. Το ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι στη συντριπτική του πλειοψηφία είναι προς ξένες τράπεζες και ιδρύματα και η συνεχής διολίσθηση (καλύτερα κατρακύλα) της τουρκικής λίρας απειλεί με χρεωκοπία τις δανεισμένες εταιρίες καθώς εισπράττουν λίρες και πληρώνουν δολάρια ή ευρώ.

Να σημειώσουμε όμως ότι πιθανά «κανόνια» μεγάλων τουρκικών εταιρικών ομίλων θα έχουν σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο σε ισπανικές, γερμανικές, ολλανδικές και ιταλικές τράπεζες και τα επενδυτικά ταμεία (Sovereign Funds) της Κίνας και κυρίως του Κατάρ, οπότε δεν είναι και εύκολο για την ΕΕ, τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, και τη μεγαλύτερη χώρα παραγωγό φυσικού αερίου, να αφήσουν στην τύχη της την Τ.Ο. (αντίθετα με τις ΗΠΑ για παράδειγμα που μόνο γεωπολιτικούς ενδοιασμούς θα είχαν).

Δ) Μια ακόμα ευρέως διαδεδομένη ανακρίβεια είναι ότι η  Τ.Ο. έχει πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο. Αντιθέτως, είναι ελλειμματικό όμως βελτιώνεται με αξιοπρόσεκτο ρυθμό, και την τελευταία δεκαετία το μηνιαίο έλλειμμα από περίπου $10 δις, έχει περιοριστεί σε $2.5 δις.

Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών από την άλλη, λόγω των ισχυρών τουριστικών εισπράξεων και των εμβασμάτων των εκατομμυρίων Τούρκων του εξωτερικού, από το 2018 είναι πλεονασματικό (εξαιρείται το έτος της πανδημίας) γεγονός που αποτελεί σημαντική ενίσχυση της Τ.Ο.

Ε) Η ανεργία την τελευταία δεκαετία βαίνει αυξανόμενη και έχει φτάσει στο 13-14%. Αυτό σε πρώτη ανάγνωση είναι παράδοξο και αντίθετο με ότι θα περιμέναμε λόγω της αναπτυξιακής δυναμικής της Τ.Ο. Όμως εν τέλει δικαιολογείται από την σημαντικό μερίδιο της παραοικονομίας στη συνολική δραστηριότητα. Δεδομένου και του «λαχανιάσματος» του αναπτυξιακού ρυθμού, οι αρχές κάνουν τα «στραβά μάτια» στις παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας που, να πούμε επί τη ευκαιρία, είναι πολύ πιο φιλεργατική από την προωθούμενη στη χώρα μας.

Η ανεργία των νέων είναι διπλάσια ως ποσοστό της συνολικής, όπως δυστυχώς, συμβαίνει σε πλείστες χώρες. Σε συνδυασμό με την σημαντική αύξηση του νεανικού πληθυσμού αποτελεί μια όχι και τόσο βραδυφλεγή βόμβα στην Τ.Ο και κοινωνία, και εξηγεί εν μέρει και την ενθάρρυνση από το καθεστώς του ισλαμισμού και του εθνικισμού.

Τέλος, ο συνδυασμός ανεργίας, πληθωρισμού (αναλυτικά πιο κάτω) και σχετικά χαμηλής ανάπτυξης έχει οδηγήσει την καταναλωτική εμπιστοσύνη στο χαμηλότερο σημείο από την κρίση του 2008, Ο σχετικός δείκτης βρίσκεται κολλημένος γύρω από το 80 έναντι 105 το 2004.

ΣΤ) Όπως είπαμε και παραπάνω, η ανάπτυξη στηρίχθηκε περισσότερο στον δανεισμό και λιγότερο στην παραγωγικότητα. Η νομισματική κυκλοφορία (Μ3) εξαπλασιάστηκε την τελευταία δεκαετία.

Ταυτόχρονα, η ανταγωνιστικότητα της Τ.Ο. παρά μια παροδική βελτίωση το 2012-2015, παρέμεινε γύρω στην 60η θέση παγκοσμίως.

Ο συνδυασμός των δύο ανωτέρω μεγεθών, έχει οδηγήσει στο να αποκτήσει ο πληθωρισμός ενδημικές και εκρηκτικές διαστάσεις. Ο επίσημος είναι γύρω στο 18%, όμως ο «ανεπίσημος» που είναι και πραγματικός, είναι μεγαλύτερος κατά 10 μονάδες.

 

Ζ) Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω δεν είναι έκπληξη ότι η τουρκική λίρα έχει σημειώσει ραγδαία υποτίμηση. Από 3,5:1 σε σχέση με το δολάριο το 2016, έχει φτάσει στο 8,5:1.

Η προσπάθεια της Τουρκικής Κεντρικής Τράπεζας να συγκρατήσει την πτώση της λίρας της στοίχησε πολύ σε συνάλλαγμα, χωρίς όμως αποτέλεσμα, καθώς δε συνοδεύτηκε από αύξηση επιτοκίων για να σταματήσει η πιστωτική επέκταση. Αυτό για δύο λόγους. Ο ένας, ουσιαστικός: Η αύξηση των επιτοκίων θα φρέναρε την ανάπτυξη της Τ.Ο. με αρνητικές επιπτώσεις στο καθεστώς. Ο άλλος, ιδεολογικός: Ο τόκος θεωρείται haram-αμαρτία από την ισλαμική θρησκεία. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν τα συναλλαγματικά αποθέματα να πέσουν στα $50 δις από $115 δις το 2015.

Τα είδαν όλα αυτά οι οίκοι αξιολόγησης και έχουν υποβαθμίσει επανειλημμένως την Τ.Ο. Η Fitch στο επίπεδο ΒΒ-, το χαμηλότερο από το 2004 και η Moody’s στο Β2, σε επίπεδο δηλαδή των αρχών της δεκαετίας του ’90.

Η κατάσταση θα ήταν ,δε, πολύ χειρότερη, αν δεν είχε σημειώσει απρόσμενη, για τα δικά μας δεδομένα, επιτυχία η καμπάνια ενδεδυμένη με «πατριωτικό» μανδύα, για εμφάνιση των αποθεμάτων χρυσού των πολιτών και φύλαξή τους στις τράπεζες. Τα αποθέματα χρυσού από 100 περίπου τόνους το 2017, έφτασαν τους 550 τόνους το 2020.

Η) Η Τ.Ο. έχει προσελκύσει σημαντικά ξένα κεφάλαια. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας ήταν ετησίως περί τα $15 δις ενώ κινούνται πλέον στα $6 δις.

Για τη διευκόλυνση των επενδύσεων, το κανονιστικό πλαίσιο παραμένει για χρόνια σταθερό. Φορολογικός συντελεστής κερδών επιχειρήσεων 20%, εισοδήματος φυσικών προσώπων 35% (χωρίς προοδευτικότητα), ασφαλιστικές εισφορές 37.5% (από αυτό, το 22.5% το επιβαρύνονται οι επιχειρήσεις), ηλικία συνταξιοδότησης τα 58 έτη για τις γυναίκες, τα 60 για τους άνδρες, ΦΠΑ 18%.

Παρά την προσπάθεια αυτή, η γενική εικόνα επιβαρύνεται σημαντικά από τον δείκτη διαφθοράς (συμβαδίζει η γείτον και σε αυτό με τη χώρα μας) καθώς η Τουρκία σταθερά κατέρχεται τη σκάλα και βρίσκεται περί την 90η θέση παγκοσμίως (για αποφυγή παρεξηγήσεων όσο μικρότερο το νούμερο, τόση λιγότερη η διαφθορά).

 

Θ) Παρά τις δυσκολίες των τελευταίων ετών, η παραγωγική βάση της Τ.Ο. παραμένει ισχυρή. Σε μια σειρά σημαντικών προϊόντων έχει αξιοπρόσεκτη θέση στην παγκόσμια παραγωγή.

  • Είναι 8η στην παραγωγή χάλυβα, 7η στα κλωστοϋφαντουργικά, 14η στα οχήματα, 20η στις συσκευές τηλεόρασης, και γενικά 17η στην προστιθέμενη αξία στο βιομηχανικό τομέα με $147 δις ετησίως.
  • 11η στην παραγωγή ηλεκτρισμού από αιολική ενέργεια με 24.300 γιγαβατώρες το χρόνο.
  • 12η στον άνθρακα  και 14η συνολικά σε εξορύξεις (εκτός ορυκτών καυσίμων) με $17,2 δις.
  • 8η στην παραγωγή γεωργικών προϊόντων και με πολύ υψηλές θέσεις σε είδη όπως σιτάρι (11η), όσπρια (3η), Κηπευτικά (2η), Φρούτα (4η), Ελιές (3η), προϊόντα από αιγοπρόβατα (3η), ξηρούς καρπούς (5η).
  • Έχει τέλος, εισέλθει με ένα φιλόδοξο πρόγραμμα στην αγορά οπλικών συστημάτων με εξαγωγές που ξεπερνούν ετησίως τα $200 εκ.

 

Ι) Συμπερασματικά:

  1. Η Τ.Ο. έχει πλεονεκτήματα που συνηγορούν στην ανάπτυξή της
  • Έχει εργατικό δυναμικό σημαντικό σε αριθμό και νέο σε ηλικία.
  • Έχει μεγάλη παραγωγική βάση, στη δημιουργία της οποίας έχουν σημαντική συμμετοχή ξένα κεφάλαια, οι φορείς των οποίων (κρατικοί και ιδιωτικοί) έχουν κάθε συμφέρον να προστατέψουν τις επενδύσεις τους.
  • Έχει υπερεπάρκεια σε είδη διατροφής, ένδυσης/υπόδησης, μεταφορικών μέσων.
  • Η ύπαρξη εθνικού νομίσματος, την κάνει μεν ευάλωτη όταν οι οικονομικοί κύκλοι είναι σε πτώση, όμως της εξασφαλίζει σημαντικούς βαθμούς ελευθερίας στη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική. Η υποτίμηση του νομίσματος αυξάνει το κόστος εισαγωγών, όμως οδηγεί σε ισορροπία τον εξωτερικό τομέα της οικονομίας χωρίς την ανάγκη εσωτερικής υποτίμησης.
  • Το δημόσιο χρέος δεν είναι σε απαγορευτικό ύψος, όπως και το έλλειμμα του προϋπολογισμού.
  • Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών βαίνει θετικό.
  • Η ανεπίσημη οικονομία είναι πολύ υψηλή, άρα και τα εισοδήματα των πολιτών υψηλότερα από όσο εμφανίζουν τα επίσημα στοιχεία.
  • Το συνολικό της μέγεθος την κάνει υπολογίσιμη διεθνώς καθώς συμμετέχει στο G20.
  1. Τα προβλήματα πάντως είναι όντως σημαντικά και ιδιαίτερα η προβολή τους στο μέλλον :
  • Η ανεργία είναι ενδημική και σε πολύ υψηλά επίπεδα, δεδομένου και του μεγάλου εργατικού δυναμικού.
  • Ο πληθωρισμός ροκανίζει τα εισοδήματα πολύ γρήγορα και συνεχώς.
  • Το εμπορικό ισοζύγιο είναι σταθερά αρνητικό, παρ’ όλη τη βελτίωση.
  • Η παραγωγικότητα παραμένει στάσιμη
  • Το ιδιωτικό χρέος είναι πολύ υψηλό
  • Η διαφθορά εντείνεται.

Με μια φράση: Παρ’ όλες τις δυσκολίες, η Τ.Ο. δε θα καταρρεύσει στο προβλεπτό μέλλον.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here