Γράφει η Μαργαρίτα Μπογδάνου

Αντικρίζοντας για πρώτη φορά τις εγκαταστάσεις της κοινωνικής αυτής κουζίνας στο στέκι όπου δραστηριοποιείται στην οδό Μ. Αλεξάνδρου 122 στον Κεραμεικό, τίποτα δε μπορεί να σε προϊδεάσει για αυτό που θα ακολουθήσει.

Η Κοινωνική Κουζίνα “Ο Άλλος Άνθρωπος” βρίσκεται στην Μ.Αλεξάνδρου 122, στον Κεραμεικό. (φωτό: Στάθης Ζούμπος)

Ένα πολύχρωμο κομβόι ανθρώπων με διαφορετικές καταγωγές, μια Βαβέλ όπου με μαγικό τρόπο καταφέρνεις να συνεννοηθείς άψογα, μυρωδιές και τεράστιες κατσαρόλες να αχνίζουν και να σε κάνουν να πεινάς κι ο ίδιος ακόμα κι αν μόλις έφαγες, είναι τα πρώτα πράγματα που θα αντιληφθεί κάποιος που βρέθηκε εκεί για πρώτη φορά. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και ζεστή κι ο κόσμος είχε μαζευτεί ήδη λίγο μετά τις 9 το πρωί, πιστός στο καθημερινό του ραντεβού για να πάρει ένα γεύμα αγάπης από τα χέρια όλων αυτών που με πίστη και αφοσίωση δίνουν κάθε μέρα όλη τους τη δύναμη προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις τεράστιες ανάγκες οι οποίες ολοένα αυξάνονται. Εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα, είχε έρθει κι η σειρά μας να τείνουμε μια μικρή χείρα βοηθείας και να βιώσουμε την εμπειρία του να μαγειρεύεις κάθε μέρα 1,500 με 2,000 μερίδες φαγητού.

Κάθε μέρα.

Το τονίζω γιατί σαν αριθμός είναι αδιανόητος και οι ποσότητες που απαιτούνται για αυτές τις παρασκευές είναι εξίσου δυσθεώρητες. Το μενού της ημέρας περιελάμβανε μακαρονάδα με λαχανικά και φακές σούπα. Ενδεικτικά αναφέρω ότι απαιτήθηκαν 35 κιλά ζυμαρικά, 50 λίτρα ζωμός λαχανικών, δεκάδες κιλά κρεμμύδια, πιπεριές, καρότα και κολοκύθια ενώ για τις φακές απαιτήθηκαν 50 κιλά όσπρια, άλλα τόσα λίτρα νερό, 15 κρεμμύδια, κάμποσα σκόρδα, 10 φύλλα δάφνης, σχεδόν 1 κιλό αλάτι και 5 λίτρα ελαιόλαδο. Μόλις το μυαλό καταφέρει να αφομοιώσει αυτά τα νούμερα, ασυναίσθητα έρχεται και η αναλογία τους με το χρηματικό ποσό στο οποίο πιθανά να αντιστοιχούν, αντιστοιχία που δε μπορείς να αποφύγεις ως καταναλωτής κι ο ίδιος, και τότε είναι που σε πιάνει ο πραγματικός ίλιγγος.

Κάθε μέρα.

Οι κατσαρόλες δεν έχουν κουτάλα. Ποια κουτάλα θα μπορούσε να φτάσει ως τον πάτο και να ανακατεύει, όσο μεγάλη κι αν ήταν; Ένα ξύλινο κουπί, διαμορφωμένο στο τελείωμά του σαν κουτάλα, είχε τη χρήση αυτή. Στην αρχή είναι ένα πολύ διασκεδαστικό θέαμα μέχρι να σου δώσει ο μάγειρας να ανακατέψεις όπου εκεί διαπιστώνεις ότι σου λείπουν μερικά μπράτσα και μερικά χρόνια στην άρση βαρών ώστε να μπορέσεις να κάνεις αυτή τη δουλειά επί τρεις ώρες ανά τακτά χρονικά διαστήματα ώστε να μη σου κολλήσει το φαγητό. Σαν εκπαιδευμένος ναύτης σε τριήρη, ο Γιώργος, ο μάγειρας από τη Ρουμανία, ψηλός και γεροδεμένος, ανακάτευε σαν να συναντούσε μηδαμινή αντίσταση, στα μάτια μου όμως τραβούσε κυριολεκτικά κουπί. Δεν είναι εύκολο να συλλάβεις τον όγκο που έχεις μπροστά σου μέχρι που μαθαίνεις ότι η εν λόγω κατσαρόλα των 120 λίτρων, χρειάζεται δύο με τρεις ώρες ώσπου να πάρει απλά βράση γι’αυτό και το φαγητό μπαίνει στη φωτιά από τις 5 το πρωί ώστε να είναι έτοιμο γύρω στις 10.

Η καθημερινή διαδικασία ξεκινά από νωρίς το πρωί και γρήγορα δημιουργείται μία αλυσίδα ανθρώπων που δουλεύουν για την συσκευασία και το σερβίρισμα των γευμάτων. (φωτό: Στάθης Ζούμπος)

Κάθε μέρα.

Πολύς ο κόσμος που περνούσε εκείνο το Σαββατιάτικο πρωί για να αφήσει τη δική του σακούλα βοηθείας σε αυτό το εγχείρημα, άλλοι με ζυμαρικά, άλλοι με λαχανικά, άλλοι με ψωμιά, άλλοι με δωροεπιταγές από το σούπερ μάρκετ, άλλοι απλά για να πουν μια καλημέρα και να αστειευτούν με όλους εμάς, άλλοι για να βοηθήσουν στην πράξη.

Όλοι στην Κουζίνα αποκτούν ρόλο και αρμοδιότητες. Ο Κώστας, συνεργάτης του Σπόρου, ανέλαβε την βαριά δουλειά.(Φώτο: Στάθης Ζούμπος)

Καθ’όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας των μερίδων, η μουσική παίζει πολύ δυνατά, τα τραγούδια είναι χαρούμενα και τα γέλια τρανταχτά. Νέα παιδιά, κάθε εθνικότητας, ηλικίας, φοιτητές αλλά και καθηγητές, άνεργοι αλλά και υπάλληλοι, μικροί αλλά και μεγαλύτεροι, γίναμε ένα πολύχρωμο κουβάρι όπου διασκέδαζε δουλεύοντας. Άνθρωποι που δεν είχαμε ανταλλάξει ούτε βλέμμα στο παρελθόν, άνθρωποι που μπορεί να είχαμε σκουντουφλήσει τυχαία σε ένα βαγόνι μια μέρα αλλά δεν το ξέραμε, άνθρωποι άγνωστοι αλλά και φίλοι μεταξύ τους, άνθρωποι που πήγαιναν εκεί για πρώτη φορά κι άνθρωποι που ήταν εκεί κάθε μέρα, άνθρωποι που ενδεχομένως να μην ξαναϊδωθούμε ποτέ, γίναμε μια τέλεια συντονισμένη μηχανή όπου μέσα σε τρεις ώρες καταφέραμε να συσκευάσουμε, να βάλουμε σε τελάρα, να μοιράσουμε και να πλύνουμε τα σκεύη για 1500 μερίδες φαγητού, χορεύοντας και τραγουδώντας, αστειευόμενοι με το καθετί. Λες και δημιουργήθηκε μια μικρή σχισμή στη ζοφερή πραγματικότητα που βρισκόταν λίγα μέτρα απέναντί μας και λεγόταν πείνα, πανδημία, εξαθλίωση, οικονομική δυσπραγία, άστεγοι.

1500-2000 γεύματα την ημέρα ετοιμάζονται από τον “Άλλο Άνθρωπο” για τον κάθε άνθρωπο που απλά θα βρεθεί στο κατώφλι της Κοινωνικής Κουζίνας. (φώτο: Στάθης Ζούμπος)

Κι ήταν μόνο η αρχή.

Όταν πας να βοηθήσεις σε ένα συσσίτιο, συνήθως έχεις στο μυαλό σου μια άλλη, λίγο πιο “τηλεοπτική” εικόνα. Άνθρωποι πεινασμένοι, εξαθλιωμένοι, ρακένδυτοι, να περιμένουν στο κρύο για ένα πιάτο φαγητό και στη μέση οι καλοί Σαμαρείτες να συμπονούν και να προσφέρουν. Δύσκολο να μη σε πιάσουν τα κλάμματα και να μη σφιχτεί το στομάχι σου με τόσο πόνο μπροστά στα μάτια σου. Το να χορεύεις και να ξεκαρδίζεσαι κάτω από ένα φωτεινό ήλιο, το να τραγουδάς και να συζητάς για τη ζωή σου με αγνώστους, το να γεμίζεις χαρά επειδή πλένεις στο πεζοδρόμιο με το λάστιχο μια θεόρατη κατσαρόλα, σίγουρα είναι κάτι που δεν το περιμένεις. Όταν πηγαίνεις για συσσίτιο και βρίσκεσαι σε πάρτι, είναι σίγουρο ότι θα θες να ξαναπάς.

Η ψυχή πίσω από την πράξη

Κωνσταντίνος Πολυχρονόπουλος: Ένας υπέροχος Άλλος Άνθρωπος

Βλέποντας για πρώτη φορά τον Κωνσταντίνο από κοντά, δύσκολα θα μπορούσα να μαντέψω το παρελθόν του. Νομίζεις ότι απλά ήταν από πάντα εκεί. Ότι προσγειώθηκε εκεί από το πουθενά. Όμως όπως κάθε άνθρωπος, άλλος ή εμείς, κι ο Κωνσταντίνος ξεκίνησε με ένα πιο συμβατικό τρόπο τη ζωή του, με μια νόρμα πιο κοντά, θα λέγαμε, σε ό,τι έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε. Στέλεχος πολυεθνικής στον τομέα του marketing, ξύπνησε μια μέρα έχοντας χάσει τη δουλειά του στα χρόνια των μνημονίων και της βαθιάς ύφεσης, να πρέπει να αρχίσει τη ζωή του άνεργος, από το μηδέν. Ήταν τότε που η θλίψη τον χτύπησε και προσωρινά τον έριξε, η διαφορά όμως ήταν πως όχι απλά ξαναβρήκε τη δύναμη να σηκωθεί και να παλέψει, μα να σώσει τον εαυτό του σώζοντας τον πλησίον του. Αφορμή; Ένας πεινασμένος με τον οποίο διασταυρώθηκε στη λαϊκή της γειτονιάς του. Όπως τονίζει κι ο ίδιος στη συνέντευξη που μας παραχώρησε, δεν χρειάζεται να πεινάνε πολλοί “Ένας να μην πεινάει, είναι πολύ. Ένας να φάει, είναι πολλοί.” Με το σκεπτικό αυτό και μην υπολογίζοντας στιγμή τις αντικειμενικές δυσκολίες, ξεκινώντας από το λίγο κατάφερε να φτάσει στο πολύ. Στην αρχή ήταν ένα τοστ σε αυτόν τον πεινασμένο με υλικά του ψυγείου του, μετά τα τοστ έγιναν δέκα, μετά πήρε τις κατσαρόλες του και μερικούς πιστούς που έσπευσαν να προσέλθουν κι οι δέκα γίναν εκατό, μετά οι κατσαρόλες έγιναν μεγαλύτερες, οι προσφορές περισσότερες κι οι ανάγκες πλήθυναν, μετά βρέθηκε να μαγειρεύει όπου υπήρχε ανάγκη: Στη Μυτιλήνη κατά τη διάρκεια των μεγάλων προσφυγικών ροών, στο Μάτι, όπου υπήρχε ανάγκη, πόνος, πείνα, ο Κωνσταντίνος έπαιρνε την κατσαρόλα του και πήγαινε εκεί. Όσο για τη βοήθεια; Πάντα άλλοι άνθρωποι έσπευδαν σε κάθε μέρος για να προσφέρουν, να μαγειρέψουν, να μοιράσουν, να πουν δυο λόγια συμπόνοιας, να αστειευτούν, να ξορκίσουν τη μιζέρια και το θάνατο.

Στον Κωνσταντίνο δεν αρέσει η λέξη “εθελοντής”, προτιμά τις λέξεις σύντροφος, φίλος, συνοδοιπόρος. Στην αρχή δεν αντιλήφθηκα το γιατί μέχρι που κατάλαβα πως κι εγώ, όσο βρισκόμουν εκεί μέσα, δε θα μου άρεσε να με αποκαλέσουν εθελόντρια, μου ακουγόταν κρύο, τυπικό. Ήμουν απλά ένας άνθρωπος, συνοδοιπόρος μεταξύ ομοϊδεατών που δεν πήγα, εν τέλει, να βοηθήσω τους άλλους αλλά κυρίως εμένα την ίδια, καθώς η κάθαρση που επιτυγχάνεται στο τέλος της ημέρας έχοντας συμμετάσχει σε αυτό το εγχείρημα, είναι σημαντικότερη του φαγητού.

Ο Κωνσταντίνος Πολυχρονόπουλος, εμπνευστής του “Άλλου Ανθρώπου” δίνει συνέντευξη στην Μαργαρίτα Μπογδάνου και τον Σπόρο (Φώτο: Στάθης Ζούμπος)

Στόχος της κοινωνικής κουζίνας δεν είναι μόνο να σε χορτάσει μέσω της τροφής αλλά και η όλη ιεροτελεστία μέσα από αυτή τη διαδικασία: το να καθίσεις να φας μαζί με άλλους ανθρώπους, να μοιραστείς τα νέα σου, τα παλιά σου, τα άγχη και τα όνειρα για το αύριο. Θα το ξέρετε κι εσείς δα πως το ίδιο φαγητό έχει άλλη γεύση όταν το τρως μόνος ακόμα κι αν είναι το πιο ακριβό γεύμα και, αντίστοιχα, το ταπεινότερο φαγητό όλων γίνεται το πιο νόστιμο όταν το μοιράζεσαι, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως η μερίδα που σου αναλογεί μπορεί να είναι μικρότερη.

Παρ’όλη την ονειρική φιλοσοφία που τη διέπει και δε μπορεί παρά να συμπαρασύρει για καλό όποιον βρεθεί στο διάβα της όμως, η κοινωνική κουζίνα μετρώντας δέκα χρόνια πλέον στην πλάτη της και διαπιστώνοντας τις καθημερινές δυσκολίες πέραν του φαγητού, δραστηριοποιείται και σε άλλους τομείς : συνδράμει 600 οικογένειες το μήνα με είδη πρώτης ανάγκης, βοηθά στα έξοδα στέγασης οικογενειών που μέχρι χθες ήταν στο δρόμο, παρέχει ψυχολογική βοήθεια και δωρεάν νομική στήριξη, δωρεάν μαθήματα ελληνικών, δωρεάν σχολικά είδη σε κάθε σχολική χρονιά, μαθήματα ενισχυτικής διδασκαλίας από εθελοντές καθηγητές, συνεργάζεται με κοινωνικά φαρμακεία, έχει δημιουργήσει θεατρική ομάδα γιατί το παν δεν είναι να παρέχει τροφή εσαεί στους έχοντες ανάγκη μα το να τους επανεντάξει στην κοινωνία, το να τους ενσωματώσει είτε για πρώτη είτε για χιλιοστή φορά ώστε να σηκωθούν  όρθιοι ξανά, μέχρι κανείς να μην έχει την ανάγκη ενός άλλου ανθρώπου, μέχρι κανείς να μην έχει την ανάγκη να τρώει από συσσίτιο, μέχρι κανείς να μη βιοπορίζεται από δωρεές.

Ο Κωνσταντίνος δε θα σταματήσει εδώ: Οργανώνει το ταξίδι του ώστε σε δύο χρόνια από τώρα, το Μάρτιο του 2023, να μπει σε ένα αυτοκινούμενο και να ταξιδέψει σε όλη την Ευρώπη και την Ασία προσφέροντας ένα γεύμα και μπόλικο κουράγιο σε όποιον το χρειάζεται. Συνοδοιπόροι του σε αυτό το εγχείρημα θα είναι όλοι οι άνθρωποι που θα βρεθούν στο δρόμο του προσφέροντας απλόχερα τη βοήθειά τους πρώτα στον εαυτό τους και μετά στους γύρω τους. Ίσως κάποιοι από αυτούς να δουν στην πρωτοβουλία αυτή το έναυσμα να συνεχίσουν. Ένας να το συνεχίσει, θα είναι αρκετό άλλωστε. Του ευχόμαστε ολόψυχα να το καταφέρει και να γυρίσει πίσω γεμάτος όμορφες εικόνες και εμπειρίες ώστε να συνεχίσει το έργο που τόσο συντονισμένα έχει καταφέρει να φέρνει εις πέρας τόσο καιρό.

Κατακλείδα μου για όποιον διάβασε αυτό το άρθρο είναι να περάσει μια μέρα από τις εγκαταστάσεις είτε αυτής είτε οποιασδήποτε άλλης κοινωνικής κουζίνας και να θέσει για μια μέρα τον εαυτό του στην υπηρεσία των άλλων. Νομίζω πως όλοι θα εκπλαγείτε με τη χαρά και την πληρότητα που θα βιώσετε. Κυρίως όμως, θα διαπιστώσετε αυτό που κι εμείς στην αρχή είχαμε παραγνωρίσει: πως ο άλλος άνθρωπος δεν είναι ο άγνωστος που βρίσκεται σε ανάγκη, ο ανώνυμος άστεγος, ο χωρίς πατρίδα πρόσφυγας, αλλά εμείς οι ίδιοι. Καθένας από εμάς είναι ο άλλος άνθρωπος, ένας ανώνυμος άνθρωπος μέσα σε εκατομμύρια, μια ασήμαντη κουκίδα μέσα στην απεραντοσύνη αυτού του κόσμου που μπορεί τουλάχιστον να πει μια μέρα πως δεν πέρασε από αυτόν τον κόσμο δίχως να κάνει κάτι καλό για έναν άλλο άνθρωπο, κάτι χωρίς εγωκεντρισμό, κάτι χωρίς αντάλλαγμα, κάτι απλά από την καρδιά του.

Ευχαριστώ κάθε άλλον άνθρωπο που βρέθηκε κοντά μου εκείνη την ημέρα γιατί μου θύμισε ότι υπάρχει ελπίδα και μου τόνωσε τη δύναμη να μην τα παρατήσω. Γιατί μου δίδαξε πως “ένα μικρό κάτι, όταν ενωθεί μαζί με άλλα, μπορεί να κάνει βουνά”.

Γιατί, αν τελικά δε βοηθήσει ο άνθρωπος τον άλλον άνθρωπο, τότε ποιος;

Μαγειρέψαμε χορεύοντας

Γράφει η Μαριάννα Κουριδάκη

Πώς να εξηγήσω τι ένιωσα στην Κοινωνική Κουζίνα ο Άλλος Άνθρωπος; Φτάνοντας στον Κεραμεικό, στην οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου 122, το πρωινό του Σαββάτου 6 Φεβρουαρίου νόμιζα ότι θα βοηθούσα συνανθρώπους μου που βρίσκονται αυτήν τη στιγμή σε δυσκολία βιοπορισμού. Νόμιζα…

Αυτό που έκανα πρωτίστως και κατά κύριο λόγο, ήταν να βοηθήσω τον ίδιο μου τον εαυτό.

Ιδιαίτερα έχοντας βιώσει κι εγώ αυτόν τον απίστευτο εγκλεισμό τόσων μηνών, φτάνοντας εκεί είδα Ανθρώπους με τεράστιες αγκαλιές, μεγάλα χαμόγελα, από όλες τις γωνιές του κόσμου, πολύχρωμες μορφές και προσωπικότητες, καθισμένους σε ένα τραπέζι, δίπλα σε ένα τεράστιο τσουκάλι, να ετοιμάζουν μερίδα-μερίδα το φαγητό της ημέρας των συνανθρώπων τους . Ίσα που συστηθήκαμε και αφηγηθήκαμε κιόλας τις ιστορίες της ζωής μας. Ιστορίες που η κάθε μία θα μπορούσε να αποτελεί θέμα ενός βιβλίου ή μίας κινηματογραφικής ταινίας ειπώθηκαν απνευστί, στο πόδι, πάνω από μία μερίδα φακής.

Τέσσερις συνεργάτες του Σπόρου μπήκαμε το πρωί του Σαββάτου στον Άλλο Άνθρωπο με ένα σωρό ψευδαισθήσεις. Μέσα σε μισή ώρα όλες οι παραδοχές μας είχαν εξανεμιστεί. Η αλληλεγγύη «έθρεψε» εμάς ιαματικά, λυτρωτικά και έδρασε ως μία απόλυτα επιτυχημένη ψυχοθεραπεία και κάθαρση.

Πιάσαμε δουλειά πάνω από τα τσουκάλια και τις συσκευασίες των μερίδων. Κάποιος σέρβιρε στα τσέρκια, άλλος έβαζε τα καπάκια, άλλος τα έβαζε στα καφάσια, ένας άλλος έβγαζε τα καφάσια έξω και κάποιος άλλος πάλι τα έβαζε σε σακούλες και τα πήγαινε στον κόσμο που περίμενε υπομονετικά στο απέναντι πεζοδρόμιο να πάρει το φαγητό του.

Δουλεύοντας γελούσαμε, χορεύαμε και τραγουδούσαμε, αστειευόμασταν σαν να γνωριζόμασταν χρόνια, χτυπούσαμε ο ένας την πλάτη του άλλου, χαμογελούσαμε πλατιά κάτω από την μάσκα μας. Κοιτάξαμε γύρω μας και δακρύσαμε από συγκίνηση: όμορφοι Άνθρωποι, από κάθε γωνιά της γης, μοσχοβολούσαν ανθρωπιά και χαρά.

Κάπως έτσι είδαμε και νιώσαμε κι εμείς αυτό που λέει ο Κωνσταντίνος ο Πολυχρονόπουλος, ο εμπνευστής του Άλλου Ανθρώπου. Ο Θεός βρίσκεται μέσα στον καθένα μας. Η κόλαση και ο παράδεισος είναι εδώ. Ο ίδιος πιστεύει στον Άνθρωπο. Σύντροφοι, συνοδοιπόροι, συνάνθρωποι βρεθήκαμε εκεί για να…βοηθήσουμε συνανθρώπους μας, αλλά τελικά ωφεληθήκαμε πρώτα οι ίδιοι.

Σήμερα ξυπνήσαμε διαφορετικά και είμαστε γεμάτοι, ζωντανοί και παρά τον νέο εγκλεισμό που ανακοινώθηκε, είμαστε ελεύθεροι.

Πηγαίνετε στον Άλλο Άνθρωπο, μόνοι -δεν θα νιώσετε καμία στιγμή μόνοι εκεί- ή με τα παιδιά σας. Το χρειάζεστε εσείς. Πηγαίνετε. Με ευχαριστείτε αργότερα.

Διαβάστε και δείτε την συνέντευξη του Κωνσταντίνου Πολυχρονόπουλου, του εμπνευστή του Άλλου Ανθρώπου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here