Ο ν.4782/2021 (ΦΕΚ Α΄36) Εκσυγχρονισμός, απλοποίηση και αναμόρφωση του ρυθμιστικού πλαισίου των δημοσίων συμβάσεων, ειδικότερες ρυθμίσεις προμηθειών στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας και άλλες διατάξεις για την ανάπτυξη και τις υποδομές” που δημοσιεύτηκε στις 9/3/2021 σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση έχει ως βασικό στόχο να απλοποιήσει τις διαδικασίες και να αναμορφώσει το πλαίσιο των Δημοσίων Συμβάσεων. Διακόσιες πενήντα περίπου σελίδες, τροποποιήσεων οι οποίες ουσιαστικά οδηγούν σε ένα νέο νομικό πλαίσιο και όχι σε βελτίωση του υφιστάμενου πλαισίου.

Δυστυχώς, όχι μόνο δεν πετυχαίνει αυτό τον σκοπό αλλά κυρίως οδηγεί στην ιδιωτικοποιηση βασικών λειτουργιών ελέγχου του κράτους και αυξάνει το όριο των απευθείας αναθέσεων με συνέπεια την κατασπατάληση του Δημοσίου Χρήματος υποβαθμίζοντας παράλληλα τις Δημόσιες Τεχνικές Υπηρεσίες και τους Μηχανικούς. Διευρύνει, επίσης, την παρουσία ιδιωτικών συμφερόντων σε όλες τις φάσεις  παραγωγής των Δημοσίων Έργων και γενικεύει τις «συνεργασίες» μεταξύ Δημόσιου με Ιδιωτικό Τομέα προς όφελος των τελευταίων, μέσω κυρίως της ανάθεσης της επίβλεψης σε ιδιώτες, το δηλωτικό σύστημα επιμετρήσεων από τους Εργολήπτες, την απάλειψη της πρόβλεψης για τον καθορισμό της αναγκαίας Τεχνικής Επάρκειας των Αναθετουσών Αρχών, και τη συμμετοχή ιδιωτών στις προδιαγραφές και την τιμολόγηση των Έργων.

Μια γενική και εύλογη παρατήρηση επί του ήδη δημοσιευμένου νόμου, είναι η παντελής έλλειψη αναφοράς για στελέχωση των Τεχνικών Υπηρεσιών του δημοσίου τομέα με μόνιμες και σταθερές σχέσεις εργασίας. Αντιθέτως, ενισχύεται η υποβάθμισή τους εκχωρώντας αρμοδιότητες σε ιδιώτες και εξωτερικούς συμβούλους, δημιουργώντας προτεινόμενο μητρώο ιδιωτών επιβλεπόντων, οι οποίοι μάλιστα θα επιλέγονται και θα πληρώνονται από τους αναδόχους των έργων (!!!). Η Τεχνική επάρκεια των Αναθετουσών Αρχών στις Συμβάσεις Δημόσιων έργων και μελετών αφήνεται στην ίδια κρίση τους χωρίς να θέτονται κριτήρια, όπως το πλήθος και το μέγεθος των Συμβάσεων που αναθέτουν, η γεωγραφική τους διασπορά, οι εμπλεκόμενες ειδικότητες μηχανικών, το πλήθος των παρακολουθούμενων συμβάσεων ανά υπάλληλο, ο απαιτούμενος εξοπλισμός και τα αναγκαία μέσα για την παρακολούθηση του έργου. Το αποτέλεσμα από ό,τι προβλέπεται θα είναι άλλες υπηρεσίες να κρίνονται ως “επαρκείς”, ενώ στην πραγματικότητα είναι υποστελεχωμένες και άλλες να κρίνονται ως “ανεπαρκείς”. Έτσι, από τη μία πλευρά,θα παρατηρείται αύξηση των πιέσεων προς τους υπαλλήλους για να διεκπεραιώσουν υπερβολικό όγκο υποθέσεων και από την άλλη το ίδιο το σύστημα θα οδηγείται στην αναθεση Υπηρεσίων επιβλεψης, ελέγχου, εκπόνηση μελετών κλπ σε ιδιώτες.

Ήδη ο σχεδιασμός των Τεχνικών Έργων γίνεται κατά κύριο λόγο με κριτήρια ανταποδοτικότητας και κερδοφορίας (π.χ. ΣΔΙΤ, Συμβάσεις Παραχώρησης) και όχι με κριτήρια κοινωνικά, περιβαλλοντικά και ικανοποίησης των αναγκών των πολιτών (αντισεισμική προστασία, αντιπλημμυρικά έργα κλπ), γεγονός που αποδεικνύεται σε κάθε φυσική καταστροφή. Με τις προβλέψεις του νέου νόμου: ιδιώτες θα καθορίζουν τις τεχνικές προδιαγραφές για τα έργα, ιδιώτες θα καθορίζουν τις τιμές των υλικών και των εργασιών (δηλαδή το κόστος των έργων), ιδιώτες μελετητές θα εκπονούν τις μελέτες και πιστοποιημένοι ιδιωτικοί φορείς θα τις επιβλέπουν. Τα έργα θα τα κατασκευάζουν οι ιδιώτες εργολάβοι και θα τα επιμετρούν και επιβλέπουν ιδιώτες, οι οποίοι θα επιλέγονται και θα πληρώνονται από τους ίδιους τους ιδιώτες εργολάβους. Μόνο το κόστος θα πληρώνεται από το Δημόσιο με πλημμελή έλεγχο και τεράστιες επισφάλειες. Με τον τρόπο αυτό θα οδηγηθούμε αργά ή γρήγορα σε έναν φαύλο κύκλο κατασπατάλησης δημόσιου χρηματος για τους ιδιώτες, οι οποίοι στις περισσότερες των περιπτώσεων θα οδηγούνται σε παραλείψεις και αστοχίες οδηγόντας το ίδιο το δημόσιο σύστημα ΄σε νέα σπατάληση δημοσίου χρηματος.

Στην περίπτωση που η επίβλεψη των έργων γίνει από ιδιώτες, θα προστεθεί μια επιπλέον σημαντική δαπάνη αμοιβής των ιδιωτών αυτών στο συνολικό κόστος και προϋπολογισμό του έργου, που θα επιβαρύνει τον Έλληνα πολίτη. Αλλωστε αυτοί που θα διεκδικούν να υλοποιήσουν την επίβλεψη των Δημοσίων Έργων, θα είναι άμεσα ή έμμεσα εξαρτώμενοι από τις κατασκευαστικές εταιρίες στις οποίες απασχολούνται ήδη καθ΄ όλα τα προηγούμενα χρόνια, με επιζήμιες συνέπειες για το δημόσιο συμφέρον. Σημειώνεται, πως η εφαρμογή διατάξεων περί ποινικής ευθύνης Δημοσίων Υπαλλήλων σε ιδιωτικούς υπαλλήλους «εγείρει ζητήματα νομιμότητας», ενώ η επιλογή της ανάθεσης του συνόλου των λειτουργιών του Δημοσίου που σχετίζονται με Δημόσια Έργα θα έχει ως συνέπεια και την απώλεια τεχνογνωσίας σχεδιασμού σε κρίσιμα τεχνικά ζητήματα από φορείς του ευρύτερου δημοσίου φορέα. Με το παρόν νόμο, σκιαγραφείται ξεκάθαρα η πρόθεση της αντικατάστασης των Δημόσιων Τεχνικών Υπηρεσιών από διάφορα σχήματα ιδιωτών που θα διευκολύνουν τους ιδιώτες αναδόχους και μόνο.

Τέλος διαμορφώνεται ένα ιδιότυπο πλαίσιο για την προώθηση «ήπιων αναπτυξιακών έργων δημοσίου ενδιαφέροντος» εντός προστατευόμενων περιοχών και οικοτόπων. Ουσιαστικά, περιγράφεται στον νέο νόμο ότι αγνοούνται οι προστατευόμενες από τη νομοθεσία ρυθμίσεις εντός των περιοχών Natura και προτάσσεται η έγκριση αναπτυξιακών σχεδίων μέσα στις προστατευόμενες αυτές περιοχές, ακόμα και αν τα έργα αυτά αντιστρατεύονται τους στόχους προστασίας τους.

Προφανώς όλα τα ανωτέρω θα έχουν βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα πολλαπλές και αθροιστικές συνέπειες τόσο στην προστασία του Δημόσιου Συμφέροντος, της Δημόσιας Υγείας, του Περιβάλλοντος όσο και στην ποιότητα των εκτελούμενων έργων. Η μέχρι τώρα διαχρονική εμπειρία σε συνδυασμό με την πρόσφατη διαχείριση της πανδημίας ενισχύει την άποψη ότι μόνο με την επαρκή χρηματοδότηση και επάνδρωση με μόνιμο εξειδικευμένο προσωπικό του Δημοσίου Τομέα μπορούν να δοθούν λύσεις που διαιωνίζουν χρόνια τις παθογένειες στις δημόσιες συμβάσεις και τα τεχνικά έργα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here