Σε χρόνο ενεστώτα τα λόγια τούτα για  το Μίκη.

Η φιγούρα του, η βαριά σκιά του θα είναι παρούσα ες αεί.

 Όχι, «δεν φεύγει για ταξίδι μακρινό, δίχως πηγαιμό, δίχως γυρισμό».

 Όχι, δεν «έμεινε το σπίτι ορφανό κι αβάσταχτο το δειλινό».

Το φεγγάρι του θα συνεχίζει να μας κάνει μάγια.

Και να το θυμάται, κάποτε «Στα περβόλια μες τους ανθισμένους κήπους, σαν άλλοτε θα στήσουμε χορό».

Η τέχνη είναι από τη φύση της επαναστατική. Αν σ’ αυτή προσθέσουμε ρηξικέλευθες και επαναστατικές ιδέες και μια χειμαρρώδη και ακατάβλητη προσωπικότητα, το άθροισμα συμποσούται στον έναν και μοναδικό Μίκη.

Με αυτή την τριπλή ιδιότητα έγινε παγκόσμιο σύμβολο.

Όσοι τον αποκαλούν  απλά ιδιοφυή  μουσικοσυνθέτη,  μάταια προσπαθούν να κοντύνουν το γιγάντιο μπόι του.

Πηγή έμπνευσης της μουσικής του είναι η Ρωμιοσύνη, τα πανανθρώπινα ιδανικά, η ομορφιά της ζωής, τα όνειρα, οι ελπίδες, οι αγώνες, τα πάθη  και οι καημοί των απλών ανθρώπων και των καταπιεσμένων όπου γης.

Οι απόψεις του συνδυάζουν την Ελληνικότητα με την οικουμενικότητα, το γνήσιο πατριωτισμό με το διεθνισμό, υπηρετώντας με συνέπεια το αγαθό της ειρήνης και αλληλοκατανόησης των λαών.

Συνέλαβε και εφάρμοσε στην πράξη την ιδέα ότι ο πολιτισμός δεν είναι συμπλήρωμα και αποπαίδι της πολιτικής αλλά η κυψέλη και ο ανθός της (Δημοκρατική νεολαία Λαμπράκη).  Οι όποιες αντιφάσεις του, που χαρακτηρίζουν φλογερούς οραματιστές και ιδιοφυείς καλλιτέχνες,  είναι μια σταγόνα στον ωκεανό, ο απειροστός πόρος ενός ογκόλιθου, ίσως και το βραχυκύκλωμα και τα απόνερα μιας άνυδρης κομματίλας, να το πούμε κι αυτό.

Ποιος άλλωστε να κρίνει το γέννημα θρέμμα μιας πολυτάραχης εποχής που πέρασε μια ζωή διά πυρός και σιδήρου, γεύτηκε την πίκρα  διαψεύσεων και σημάδεψε γενιές ανθρώπων; Με τι κότσια να αποτιμήσει  το μεγαλύτερο σύγχρονο πρεσβευτή του Ελληνισμού στα πέρατα του κόσμου;

Η μαγική  μουσική του Μίκη αναβλύζει μύρα και σπίθες, αρμέγει το φως της οικουμένης,  ακουμπά τον ήλιο στις ψυχές, δίνει φτερά στα όνειρα και  δύναμη στις υψωμένες γροθιές. Μεταμορφώνει τις βυζαντινές ρίζες της σε εκκλησίασμα,  τις νότες σε αναμμένο φυτίλι ή γαληνεμένο πέλαγος, τους καημούς σε ορθοστασιά και περηφάνια, τη φτώχεια σε μυρωδάτο θυμάρι, τους ρυθμούς σε μεθυστικό ταμπούρλο αγώνα, τους στίχους σε φλογοβόλο κατά της αδικίας, του ρατσισμού και φασισμού, τα ανοιγμένα χέρια του μαέστρου σε φτερούγες ίσκιου στο λιοπύρι της ερήμου.

Τυχεροί όσοι τη ρουφούν μέχρι το μεδούλι, ομορφαίνοντας  και δίνοντας νόημα στις ζωές τους και χαμένοι όσοι την προσπερνούν  ή απλά την αγγίζουν.

Αν κάποτε  οι επόμενες γενιές θελήσουν να πάρουν στα χέρια τους τις ζωές και το μέλλον τους, θα ξεχύνονται στους δρόμους όχι με πλακάτ, λάβαρα και συνθήματα αλλά τραγουδώντας τον Μίκη και τους ποιητές μας.

Πρώτα η μέθεξη, η ανάταση και των ψυχών το αγίασμα  κι ύστερα τα υπόλοιπα. Το αντίστροφο είδαμε που μας πήγε.

Να γιατί ο Μίκης θα μείνει για πάντα ιστορικό και πολιτιστικό βαρόμετρο της Ρωμιοσύνης. Τι παραπάνω να κάνει;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here