Οι αόρατοι νεκροί της πανδημίας (και η μετάλλαξη των επιζώντων;)

Οι νεκροί και οι επιζώντες της πανδημίας. Άνθρωποι και πολίτες κλεισμένοι ερμητικά σε κουβούκλια, παγοκολόνες που τρέμουν το ανθρώπινο άγγιγμα μην και λιώσουν. Άνθρωποι κουφάρια, ρομπότ στις γραμμές παραγωγής, χαμένοι στους άψυχους ψηφιακούς λαβύρινθους.

Στις δώδεκα χιλιάδες σκαρφάλωσε ο αριθμός. Χιλιάδες ψυχές έσβησαν στην απόλυτη ερημιά, χωρίς ένα ζεστό χέρι πάνω τους να γλυκάνει το φευγιό τους.

Πιότερο οδυνηρό κι απ’ τον ίδιο το θάνατο είναι η προθανάτια παγερή απομόνωση στους θαλάμους των νοσοκομείων.

Ένα τέλος μαρτυρικό, αδιανόητο που δεν εύχεται κανένας και στο χειρότερο εχθρό του.

Κατά τα άλλα η ζωή συνεχίζεται… ανεπαίσθητα και ειρηνικά.

Οι φτηνοί εμποράκοι του πόνου και της δυστυχίας σιωπούν κραυγαλέα αυτή τη φορά.

Δεν ορμούν  σαν γύπες οι κάμερες στους προθαλάμους των νοσοκομείων.

Δεν συνωστίζονται στα νεκροταφεία να αποθανατίσουν θρήνους, σπαράγματα και μοιρολόγια.

Ούτε ξαμολιούνται  οι δαιμόνιοι ρεπόρτερ να ξετρυπώσουν  πικραμένους και οργισμένους συγγενείς.

Λέτε να συνετίστηκαν;  Λέτε να σέβονται την ιερότερη ανθρώπινη στιγμή, το πένθος;

Λέτε να πασχίζουν να κρατήσουν ψηλά το ηθικό της κοινωνίας; Μπα, πολυτέλεια τέτοια ευαισθησία.

Την  κάνουλα της οργής την άνοιγαν παλιότερα  για να δικάσουν, τώρα την κλείνουν για  να αθωώσουν.

Τότε θεατρικότητα, μελό και αγανάκτηση, τώρα ψυχραιμία, σύνεση και απόσταση από τα γεγονότα.

Κάπως έτσι οι νεκροί της πανδημίας από ανθρώπινες υπάρξεις ξεπέφτουν σε αριθμούς κι αυτοί ολοένα περασμένοι στα ψιλά. Όσο και ν’ ανεβαίνουν οι αριθμοί, όσα στραβά και να γίνονται, πάντα θα σκεπάζονται με τη λάμψη των σελεμπριτάδων, την απίστευτη ελαφρότητα των ριάλιτι, το μπαράζ αστυνομικών ειδήσεων, τη γλυκιά προσμονή της χαμένης ανεμελιάς και το εμπόριο  ελπίδων.

Και η κοινωνία όμως, για την ώρα, τυλιγμένη στο φόβο και την ανασφάλεια, βαδίζει σαστισμένη μέσα σε  μακάβρια σιωπή, αν και γνωρίζει ότι το αύριο σε τίποτα δεν θα θυμίζει το χθες στο οικονομικό, κοινωνικό και ψυχολογικό επίπεδο.

Ένα μέρος της μάλιστα δέχεται στωικά να φορτώνεται μύριες ευθύνες, αφήνοντας στο απυρόβλητο αυτούς που παίρνουν τις μεγάλες αποφάσεις.

Μόνη παρηγοριά τα αυθόρμητα σκιρτήματα της νεολαίας που , σε πείσμα πολλών, αρνείται να παραδοθεί.

Όπως επίσης οι  άγρυπνοι και μαχόμενοι πολίτες που περνούν κάτω απ’ το δίχτυ της προπαγάνδας και δεν παραμυθιάζονται με τα διαγγέλματα και τις αλχημείες των αριθμών.

Τι να σημαίνει άραγε αυτός ο γλωσσοδέτης της κοινωνίας για όσα παράταιρα και σκοτεινά συμβαίνουν στη σκιά ή στο όνομα της πανδημίας; Μήπως έπιασαν τόπο σχέδια τόσων χρόνων να ξεριζωθεί απ’ τον άνθρωπο η συνείδηση, το φρόνημα, η αξιοπρέπεια, η ενσυναίσθηση, η ευαισθησία;

Μήπως ετοιμάζονται οι επόμενες γενιές των ζόμπι, χωρίς στοιχειώδη επαφή με το κοινωνικό γίγνεσθαι;

Άνθρωποι και πολίτες κλεισμένοι ερμητικά σε κουβούκλια, παγοκολόνες που τρέμουν το ανθρώπινο άγγιγμα μην και λιώσουν. Άνθρωποι κουφάρια, ρομπότ στις γραμμές παραγωγής, χαμένοι στους άψυχους ψηφιακούς λαβύρινθους.

Αν γλιστρήσουν  σ’ αυτό το σκοτεινό τούνελ, έπεται η παραφροσύνη κι ο αφανισμός.

Τότε η νεκρώσιμη πομπή θα είναι ένας χαλαρός περίπατος ανάμεσα σε κυπαρίσσια, μια άσκηση τόνωσης τετρακεφάλων.

Τότε η απώλεια θα βιώνεται στα συμβολαιογραφικά γραφεία με το άνοιγμα της διαθήκης.

Τότε οι μαζικοί θάνατοι ηλικιωμένων θα θεωρούνται χρυσή ευκαιρία να ελαφρύνει  ο ΕΦΚΑ από περιττά βάρη.

Τότε οι  αδόκητοι χαμοί των διπλανών θα καταπραϋνουν τους τυχερούς που τη γλύτωσαν.

Τότε οι επιζώντες των πολέμων,  ρακένδυτοι στα χαλάσματα, θα θαυμάζουν  περίκλειστες επαύλεις χτισμένες από τα λάφυρα.

Τότε η έγνοια σε μια καραντίνα θα είναι πότε θα ανοίξουν τα νυχάδικα και  κομμωτήρια (καθόλα σεβαστά επαγγέλματα).

Τότε νοικοκύρηδες και οικονόμοι θα προσκυνούν σκορποχέρηδες και καταχρεωμένους.

Τότε οι ευλαβείς μπροστά στον εσταυρωμένο θα γλυκοβλέπουν το ματσωμένο  ληστή τον Βαραββά.

Τότε θα ονειρεύονται Πάσχα στο Ντουμπάϊ αυτοί που δεν μπορούν να πάνε ούτε στο χωριό τους.

Τότε θα σιχαίνονται την πολιτική οι φτωχοί και απόβλητοι που πρώτοι ζητούν στήριγμα στο κράτος.

Τότε οι εργαζόμενοι θα ευχαριστούν τον Ύψιστο για τη δουλειά λάστιχο, τη ζωή ακορντεόν και τους μισθούς  πείνας.

Τότε ο προκλητικός πλούτος και η ακραία φτώχεια θα μπαίνουν αρμονικά στο μίξερ της «εθνικής ενότητας».

Τότε θα μιλούν σαν προφέσορες οι της «παιδαγωγικής» σχολής «μου είπαν» και «το άκουσα στην τηλεόραση».

Τότε ο καθρέφτης θα υπάρχει μόνο για το make up  και τις δοκιμές φινετσάτων μασκών.

Σενάρια επιστημονικής φαντασίας όλα αυτά, θα πουν αρκετοί. Κι όμως, μερικά ήδη ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια μας ή κάτω από τη μύτη μας.

Φοβίζει μια τέτοια μετάλλαξη του ανθρώπου. Μπροστά της το «σοκ και δέος» των μνημονίων θα φαντάζει υγιεινός περίπατος. Οι υλικές στερήσεις είναι παρωνυχίδα μπροστά στο άδειασμα της ψυχής και της λογικής.

Ας ελπίσουμε να νικήσει το αναστάσιμο φως και η ομορφιά μιας  ζωής μεστής και γεμάτης με αρώματα, δοσίματα, αισθήματα, στόχαση και λεβεντιά.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here