Πατριώτη, από πού πάνε για Ντουμπάι;

Υπέρκομψη, παίρνω το μοτοτρώς μου και βουρ για Ντουμπάι.

Σήμερα Κυριακή πρωί, ξυπνάω χαράματα, πίνω τον λάτε μακιάτο μου, ντύνομαι υπέρκομψα, βουτάω το μοτοτρώς, το δισάκι μου το Burberry στην πλάτη με τη ρακέτα μέσα τελευταίας τεχνολογίας 5G, και βουρ για Πάρνηθα. Το μαλλί μου ανέμιζε σε κάθε αυθόρμητη σέλφι του προσωπικού μου φωτογράφου.

Το δρόμο δεν τον ήξερα, όλη μου τη ζωή από το Λυκαβηττό στη Γλυφάδα κι από το Μπαάντεν Μπαάντεν στο Κολωνάκι, κάποια στιγμή χάθηκα σε ένα στραβοδρόμι με 4 πινακίδες: Άνω Ντουμπάι, Κατω Ντουμπάι, Πέρα Ντουμπάι, Δωθε Ντουμπάι. Μόνη με τις αρκούδες, αγέρωχη μεν σαν τη Λάρα την Κροφτ αλλά ευάλωτη μιας και σταμάτησε το click away κι έμεινα χωρίς το τελευταίας τεχνολογίας νανογιλέκο μου που αδυνατίζει, μαυρίζει, κομψεύει και κάνει transfer εμβάσματα από άγνωστους στον Παναμά, έμεινα να κοιτάζω ένα σκαντζόχοιρο να κατουράει απειλητικά ένα θάμνο. Όμως αυτά τα θηρία του βουνού δεν είναι για εμάς τις αστές.

Έτσι, πήρα ένα δρόμο στην τύχη, γιατί είμαι και περιπετειώδης κι άλλωστε Ντουμπάι κι όπου πάει!

Βρέθηκα μπροστά σε ένα χαριτωμένο μικρό καφενείο με επιγραφή “Ο Πετράκης ο Νάμμος”. Αν και λίγο καλτ για τα εκλεπτυσμένα γούστα Αράχωβας που έχω φάει μαύρο ξύλο για να συνηθίσω από τη μάνα μου τότε στο Γκστάαντ, μιας κι από μικρή ήμουν ανήσυχο πνεύμα και επαναστάτρια και δεν ήθελα να ακούω Νότη αλλά ευτυχώς μου πέρασε μετά την τέταρτη πτώχευση του πατέρα μου και τον δεύτερο διορισμό μου, μπήκα μέσα να πιω ένα San Pelegrino να συνέλθω. Η διακόσμηση με συντάραξε: Παντού στους τοίχους φωτογραφίες της Φρειδερίκης. Η γαλαζοαίματη καταγωγή μου, αναρίγησε. Σε μια, άκρη ένας μεσόκοπος κύριος αξύριστος, γελούσε κρατώντας τη φωτογραφία του πολυχρονεμένου Υπουργού Υγείας μας και φώναζε “Κερνάω όλο το μαγαζί!” Το υποτιμητικό βλέμμα που με δίδαξαν τα χρόνια μου στις καλόγριες, τότε που πήρα αποβολή επειδή έβαλα φωτιά στα ράσα της ηγουμένης επειδή με μάλωσε όταν βρήκε πάνω μου μια αφίσα του Ρίκι Μάρτιν χωρίς μπλούζα την οποία σούφρωσα από το συρτάρι της , έπεσε πάνω του. “Dom Perignon?”, τον ρώτησα.

Με κοιτάζει με απορία: “Ο, τι έχει το ψυγείο”

Γυρίζω το βλέμμα και τί να δω; Ένα ψυγείο Siemens! Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη: ακόμα κι εδώ σε αυτό το απομακρυσμένο μέρος, αυτή την πινέζα του χάρτη, αυτό το βλαχοχώρι, ο λατρεμένος μου γείτονας της Τήνου δεν άφησε αυτούς τους πτωχούς πλην τιμίους βουκολικούς δεξιοβασιλικούς χωρίς την τεχνολογία που μας εμπνέει, το σύνθημα που όλους μας ενώνει. Ω, τι ανακούφιση ήταν να δω μια γνώριμη μάρκα ανάμεσα σε τόση ντεκαντάνς… Dom perignon δεν είχε μέσα. Βασικά ούτε νερό. Κάτι τηλέφωνα που βρήκα και κάτι φαξ επέλεξα να τα αγνοήσω.

– Και τί δουλίτσα είπαμε ότι κάνεις;, μου απευθύνθηκε ξανά ο μπάρμπα Πέτρος.
– Ε χμ.. Είμαι σύμβουλος στο Υπουργείο σε ένα εξαιρετικά περίπλοκο και απαιτητικό πόστο, απάντησα.

Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τη φράση μου και να του πω πόσο σκληρά δουλεύω για να συμβουλεύω συμβουλευτικά το σύμβουλο του γραμματέα του κλητήρα ως μετακλητή από το άλλο Υπουργείο όπου εργαζόμουν ως νομική σύμβουλος μετά από εντατικές 8μηνες σπουδές και 3μηνη μεταπτυχιακή εξειδίκευση στο πτωχευτικό δίκαιο του Koukouvaounes College of Sweet Home Alabama, όταν άνοιξε η πόρτα και το καφενείο άρχισε σιγά σιγά να γεμίζει κόσμο.

Ο Πετράκης ο Νάμμος έκανε τις συστάσεις… Ένιωσα οικεία με τον κόσμο, ο Μιλτιάδης είχε φάει τέσσερα ΕΣΠΑ στη Μύκονο, ο Σπυράδωνις είχε πτωχεύσει τρεις φορές τη βιοτεχνία του κι είχε αφήσει κανόνια σε κάθε τράπεζα, η Θεοδώρα βετεράνος, είχε φάει ένα πακέτο πακέτα Ντελόρ, στο τέλος έφτυσε και το Ντελόρ γιατί προτίμησε το αεροπλάνο του Μιτεράν, ο Κώστας, ιδιοκτήτης μπρασερί στη Ραφήνα με ειδίκευση στο κοκορέτσι, ήταν από τους πρωτεργάτες των συνθημάτων “Δε θα μας τα πάρεις τα Cayenne Όλι Ρεν, Ολι Ρεεεεν”, ο Κυριάκος ζούσε από τις αποζημιώσεις για τις πλημμυρισμένες καλλιέργειες χωρίς να έχει ούτε καλλιέργειες ούτε πλημμύρες, η Λίνα, ινφλουένσερ με 350 ολόκληρους ακόλουθους, η Νίκη σεμνό μοντέλο του ίνσταγκραμ, ο Βαγγέλης μεγαλοπαράγοντας του τοπικού πρωταθλήματος , ο Πετράκης ο ίδιος ιδιοκτήτης καφέ και εκδότης τοπικής εφημερίδας με 120 φύλλα μηνιαίως παρακαλώ με κρατική επιδότηση και μερίδιο 250.000 στη λίστα Πέτσα, η Νίτσα σύζυγος Μήτσου συνεργάτη Βαγγέλη, καλλιεργητή αρωματικών ψυχαγωγικών φυτών που βρισκόταν για spring break vacation  στα Διαβατά, η Κούλα τραγουδίστρια και περφόρμερ του Τικ Τοκ με παρουσία σε 4 επεισόδια των οικογενειακών ιστοριών, η Κωνσταντίνα νικήτρια 18η από το τέλος, – για εμένα είστε όλοι νικητές εδώ που φτάσατε- σε ριάλιτι μαγειρικής όπου ερωτεύτηκε τον 87χρονο παραγωγό, ο Στέφανος γιος προπονητή και μοντέλο για μπούκλες, η Μαρίνα σύζυγος κοινοτάρχη και κινούμενο πολύφωτο, ο Κώτσος αποτυχημένος κοινοτάρχης που τον μαύρισαν όταν αποφάσισε να πλακοστρώσει ένα χωράφι σπαρμένο χασίς και τα ξήλωσε για να φυτέψει μπονζάι ενώ γλίστρησαν στις πλάκες και τρία τρακτέρ επιδοτούμενα, ο Γιώργος αγροτικός γιατρός και νυν κοινοτάρχης που μου συστήθηκε 48 φορές ως κοινοτάρχης, μου ευχήθηκε καλή χρονιά ως κοινοτάρχης, με καλησπέρισε ως κοινοτάρχης, φτερνίστηκε πάνω μου ως κοινοτάρχης και όλα αυτά γιατί δεν ήταν αρκετά μεγάλη η ταμπέλα ΚΟΙΝΟΤΑΡΧΗΣ που φορούσε στο κεφάλι και, τέλος, ο Μιχάλης ο διοικητής του τοπικού αστυνομικού τμήματος με τις αμέτρητες περιπτώσεις επιτυχημένων εξιχνιάσεων κλοπών γλαστρών μαζί με την ομάδα του.

Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα αριστείας και upper class high society, βρέθηκα σε μια στιγμή ανεμελιάς, πέταξα με κέφι τη Dior μάσκα μου στο πάτωμα κι άρχισα να χορεύω πατριωτικά ακούσματα στα πλαίσια των εορτασμών των 44 χρόνων από την επανάσταση της 21ης Απριλίου. Στα decks, ο Τσιλιχρήστος έπαιζε τη λίστα του Μιχάλη με ένα πιστόλι στον κρόταφο, ενώ χαρμόσυνα πυροτεχνήματα κρότου λάμψης φώτισαν τον ουρανό. Όταν ζεσταθήκαμε, δύο αύρες μας δρόσισαν με Evian.

Ήταν μια αξέχαστη βραδιά κεφιού, που όμως έπρεπε να φτάσει στο τέλος της. Κουρασμένη και ζαλισμένη από τα ποτά, στις όχθες ενός τεχνητού ποταμού κάθισα κι έκλαψα απέναντι από το σπίτι του Βολταίρου.

Απέναντί μου, μια ταμπέλα να αναβοσβήνει, θα μου θυμίζει για πάντα αυτό το ονειρικό βράδυ :”Ο ΚΟΙΝΟΤΑΡΧΗΣ ΚΙ ΟΙ ΕΡΓΑΖΌΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ, ΑΛΛΑ ΒΑΣΙΚΆ Ο ΚΟΙΝΟΤΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ, ΣΑΣ ΕΎΧΟΝΤΑΙ ΧΡΌΝΙΑ ΠΟΛΛΆ”

Πήρα το δρόμο της επιστροφής καβαλώντας το μοτοτρώς. Άλλος ένας μεγάλος περίπατος είχε φτάσει στο τέλος του.

Σας υπόσχομαι ότι δε θα είναι ο τελευταίος. Η κατηφόρα της Πάρνηθας είναι ανεξάντλητη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here