Αχχχχ….. καλοκαιράκι, ζεστούλα και θαλασσίτσα,όλα αυτά που περιμέναμε έναν ολόκληρο χειμώνα εγκλεισμού, φόβου και καραντίνας. Όλα αυτά που ηρεμούν και χαλαρώνουν ακόμα και τον πιο στριμμένο συμπολίτη μας. Η θάλασσα δεν κάνει διακρίσεις, πλούσιοι και φτωχοί μπορούν να τρέξουν σε μια παραλία, στη χώρα με την τεράστια ακτογραμμή, που βρέχεται από παντού, σχεδόν, κι ακόμα κι από εκεί που δε βρέχεται, έχεις πάντα τη δυνατότητα να φτάσεις σε μια παραλία να λιαστείς, να πιείς τη μπύρα, το μοχίτο σου, το Perrier σου βρε αδερφέ, αγκαζέ με τους αγαπημένους σου και το περσινό μαγιό που φυσικά δε σου κάνει αλλά δεν υπάρχει και σάλιο για καινούριο. Θάλαττα, θάλαττα, φωνάζουμε κάθε τέτοια εποχή και τρέχουμε σαν τους Μυρμιδόνες προς τον υπέροχο Αργοσαρωνικό με τις πετρελαιοκηλίδες του, τις πανάκριβες ομπρέλες του, τους φίλους και γείτονες που θα δαρθούμε και φέτος για μια ξαπλώστρα, τους μετρ που νομίζουν ότι κάνουν κουμάντο σε πλαζ του Μονακό, τα ωραία κορμιά που δεν είναι τα δικά μας οπότε στρίψε από κει αγάπη μου μη σου δώσω τις κόρες των ματιών σου να τις φας, τους ακούραστους ναυαγοσώστες που κοιμούνται όρθιοι, τις αγαπημένες γιαγιάδες που στις 7.30 το πρωί έχουν καταλάβει όλη την πλαζ και ενθυμούμενες τα χίπικα νιάτα τους δε διστάζουν να τα πετάξουν όλα μπροστά σου για να αλλάξουν μαγιό και να φύγουν αργά το μεσημέρι κατά τις 10.00, τα χαριτωμένα παιδάκια που τιτιβίζουν ανέμελα μπροστά σου σαν τη διαφήμιση του Coppertone με το κουβαδάκι στο χέρι, το φτυαράκι στο άλλο, την άμμο μες στο μάτι σου, κι εσένα, φυσικά, μέσα σε αυτό το κάδρο. Α, ναι, κι εμένα…

Εμένα, που, όσο κι αν δε σνομπάρω τη θάλασσα του λεκανοπεδίου, ζω για τη στιγμή των αληθινών διακοπών, σε αληθινή εξοχή, αληθινή θάλασσα. Είμαι εγώ, αλλά μπορεί να είσαι κι εσύ, κι εσύ, κι εσύ, κι εσύ. Καλέ πότε πέρασε ένας χρόνος; Ήρθε η ώρα για “Διακοπές στο χωριό”!

Εμένα, καταρχάς, με ξεχωρίζεις από μακριά, κάνω μπαμ πώς το λένε; Στην αρχή δεν καταλαβαίνεις τί είμαι: Φέρνω σε ανθρωποειδές, μπορεί και να έρχομαι από τη γη, μπορεί κι από αλλού, γιατί πώς αλλιώς να χαρακτηρίσεις κάποιο ον χωρίς κεφάλι αλλά με 6 χέρια; Ξεκινάω νωρίς, πολύ νωρίς, την ώρα που μόνο τα σκυλάκια βγαίνουν για την πρωινή τους ανάγκη. Κουβαλάω μια τσάντα με πετσέτες, μια τσάντα με κουβαδάκια, φτυάρια, μια μπετονιέρα, τρεις εκσκαφείς κι ένα κομπρεσέρ με επεκτεινόμενη μπαλαντέζα, μια ακόμα τσάντα με 27 διαφορετικά αντιηλιακά εκ των οποίων τα 26 είναι δικά μου γιατί τα πήρα σε μια καταπληκτική προσφορά, μόνο 499 ευρώ, άλλο για το πρόσωπο, άλλο για το σώμα, άλλο για τα πόδια, άλλο για το πρόσωπο με χρώμα, ένα ιαματικό νερό για όταν με συγχύζουν, άλλο για τα μαλλιά, ένα λάδι για όταν θα έχω μαυρίσει αρκετά κατά την Πρωτοχρονιά, ένα λάδι με SPF για τώρα που δεν έχω μαυρίσει αρκετά, έξι After sun, με αλόη, με αγγούρι, με καρύδα, με χωριάτικη και πατάτες τηγανιτές, ένα υποαλλεργικό, ένα για τον άντρα μου που το πήρα βιαστικά γιατί είχε 95% έκπτωση και τελικά έχει γκλίτερ (το πώς τον φωτίζει το γκλίτερ δε μπορώ να σας το περιγράψω) κι ένα για ώρα ανάγκης σε περίπτωση που τα παραπάνω τελειώσουν, μια τσάντα με δεύτερα μαγιό όπου μέσα έχει και 12 έξτρα δικά μου, προίκα ετών, που όμως δε μου κάθονται καλά πλέον οπότε περνάω όλο το καλοκαίρι με το ένα και μοναδικό που μπορώ να το φοράω ρουφώντας τον επίσης ένα και μοναδικό κοιλιακό μου χωρίς να φαίνεται από δορυφόρο, μια τσάντα- ψυγείο με τα απαραίτητα σε περίπτωση που πεινάσουμε εγώ και τα παιδιά, ένα φρούτο, ένα γιαούρτι, ένα χυμό, ένα γιουβέτσι, ένα αρνί περασμένο στη σούβλα, μια τσάντα με τα προσωπικά μου αντικείμενα και κάπως περισσεύει και χέρι για να κρατήσω τα παιδιά στο δρόμο.

Τα παιδιά μου δεν είναι από αυτά που τους λείπει η θάλασσα, από τις 365 μέρες το χρόνο σχεδόν τις 300 είναι μέσα σε νερό, οπότε δεν κάνουν σαν τους Βησιγότθους στο πεδίο της μάχης μόλις φτάσουν στην παραλία. Συντεταγμένα και με πειθαρχία, πετάνε τις παντόφλες στο κεφάλι μου, ξεχνάνε να βγάλουν τη μπλούζα και με το αντιηλιακό προσεκτικά απλωμένο πάνω στις βλεφαρίδες και τον ουρανίσκο τους, ένα στάδιο πριν την ολική τύφλωση και την τροφική δηλητηρίαση, πέφτουν στο νερό δερνόμενοι για το “ποιος θα πέσει πρώτος”.

Αχ, πόσο τα καμαρώνω τα αγγελούδια μου, είναι τόσο χαριτωμένα μέσα στο νερό, ο ένας να βουτάει τη μπάλα, το μωρό να ουρλιάζει, ο άλλος να πιτσιλάει τον μεσαίο, αυτός επίσης να ουρλιάζει γιατί δε θέλει το νερό ενώ κολυμπάει ήδη, ο μικρός να κλαίει γιατί δεν μπορεί να ρίξει πέτρες με το νεροπίστολο και το φράκαρε, ο μεγάλος να δυσανασχετεί γιατί η θερμοκρασία του νερού δεν είναι η επιθυμητή καθώς ούτε και το PH που μπορεί να αλλοιώσει τη φυσιολογική χλωρίδα του δέρματός του, επίσης είναι αδιανόητο να κυκλοφορούν τεραστίων διαστάσεων ψάρια που προκαλούν όχληση δια του τσιμπήματος, ξανά ο μικρός να κλαίει γιατί δεν υπάρχει καρχαρίας στο οπτικό του πεδίο, εγώ να παλεύω να στήσω το προσφυγικό μου νοικοκυριό και μετά από 5 λεπτά να βγαίνουν ανακοινώνοντας εν χορώ ότι πεινάνε γιατί “η θάλασσα ανοίγει την όρεξη”.

Εκλιπαρώντας για να μου βάλουν λίγο αντιηλιακό εκεί που δε φτάνω, αντισταθμίζω την τεράστια αυτή αγγαρεία τροφοδοτώντας το στράτευμα με ελαφρά σνακ τα οποία έκανα στο πιτς φυτίλι ξυπνώντας από τις 5 το πρωί, και  περιλαμβάνουν διάφορες υπερτροφές όπως φρούτα, ταχίνι, ομελέτα με ασπράδια και γαλοπούλα, σουβλάκια λαχανικών, για να εισπράξω τα εύσημα του “όλο αηδίες φέρνεις” και “μπλιαχ, φτου”, στο πιο νηπιακό του, και να καταλήξω στην ελληνική παραλιακή σπεσιαλιτέ της ζαμπονοτυρόπιτας με ληγμένη σφολιάτα, έξι κιλά μαζούτ, ζαμπόν από αυτιά προπολεμικού γουρουνιού και μπεσαμέλ μάρκας στόκος Durostick γιατί “αυτό είναι φαΐ!” Φυσικά αντιηλιακό δε μου βάζει κανείς γιατί της ως άνω βρώσης έπεται η ώρα της φυσικής εξόδου, μιας εξόδου που δεν επιδέχεται καθυστερήσεων και κάνει τα μεγάλα μου παιδιά να τρέχουν με ταχύτητα φωτός προς την τουαλέτα, ενώ το μωρό, παρά τις επαναλαμβανόμενες ικεσίες μου για έγκαιρη ενημέρωση, θα αρκεστεί συνήθως σε ένα λακωνικό “Νομίζω χέθτηκα πάνω μου” όταν πλέον είναι πολύ αργά..

Κάπου εκεί πέφτει και το πρώτο τηλέφωνο της ημέρας από τον φυσικό αυτουργό των βασανιστηρίων μου ο οποίος, με υποκριτικού επιπέδου Μιμής Ντενίση ζήλια στη φωνή, καθώς “βράζει στην Αθήνα ενώ εγώ η τυχερή απολαμβάνω τις διακοπές μου”, παίρνει να μάθει πώς περνάμε και να μου τονίσει να μη μαλώνω τα παιδιά, για να εισπράξει σε αγαπησιάρικο τόνο παντρεμένου ζευγαριού που έχει μέρες να ιδωθεί, ακατάληπτες εκφράσεις στα αραμαϊκά με εσάνς βαριάς προσβολής και αιχμές απειλών κατά της σωματικής του ακεραιότητας, καθώς ενθυμούμαι μία προς μία τις φορές που δεν είχα πονοκέφαλο. Δεν ξέρω αν σας το έχω πει, τον πήρα από έρωτα, συνιστώ προξενιό.

Έχουν περάσει σχεδόν δύο ώρες από την έλευσή μας στην παραλία, ένας τσοπάνης στην πέρα ράχη με χαιρετά καθώς έχω ακουστεί ως το μαντρί του και έχω καταστήσει τις προβατίνες σχετικά ανίκανες για άρμεγμα, αντιηλιακό έχω απλώσει μόνη μου όταν θυμήθηκα ότι μέσα στα κουβαδάκια είχα και ένα ρολό βαψίματος αλλά δυστυχώς μπερδεύτηκα κι έβαλα αυτό με το γκλίτερ με αποτέλεσμα να κυκλοφορώ σαν άσπρη πυγολαμπίδα με όψη φλοιού πορτοκαλιού, το πόδι μου δεν το έχω βρέξει ακόμα γιατί δεν έχω προλάβει και τα παιδιά μου αλληλοπνίγονται στα ρηχά, με αγάπη, αγαστή συνεργασία και ομόνοια, αξίες που μόνο τα αδέρφια μοιράζονται στη ζωή ενώ οι φωνητικές μου χορδές έχουν ανακαλύψει άγνωστες νότες και οκτάβες, για τις οποίες η μισή παραλία με ενθαρρύνει να ψάξω δουλειά στην Εθνική Λυρική Σκηνή και η άλλη μισή έχει καλέσει την αντιτρομοκρατική. Διχασμένο το κοινό μου αλλά δεν απελπίζομαι, αν η ζωή σου δίνει λεμόνια, φτιάξε λεμονάδα, η μέρα θα πάει καλά θέλουν δε θέλουν, είμαι διακοπές, θα ξεκουραστώ πάει και τελείωσε. Έχω φέρει και ένα βιβλίο.

…..Το οποίο δε θα ανοίξω ποτέ καθώς πάντα κάτι τραγικό θα διαδραματίζεται μπροστά στο εξώφυλλό του, είτε είναι ένα μπαλάκι από ρακέτες που με ξεκαρδιστικό τρόπο μου πετάνε μέχρι που τους το πετάω πίσω σε τεύχη από τα νεύρα μου, είτε μια χαριτωμένη πετρούλα 60m³ που με βρίσκει στο δόξα πατρί, είτε ένα υπερηχητικό ουρλιαχτό για εμφάνιση τσούχτρας που τελικά ήταν λιωμένη χαρτοπετσέτα, είτε η κλήση μου ως διαιτητής να αποφανθώ σε κάθε κλοτσιά περί του ποιος θα φάει την κάρτα, ποιος το πέναλτι και ποιος τη μπούφλα.

Τις φυσιολογικές ώρες που ο κόσμος πάει στη θάλασσα, όλο και κάποιος ανίδεος λουόμενος θα βρεθεί δίπλα μου, παραμερίζοντας τα πράγματά μας που έχουν καταλάβει 4χλμ ακτογραμμής και με το χαμόγελο της αθωότητας θα με καλημερίσει. Καλέ μου άνθρωπε, το σκέφτηκες καλά; Φύγε όσο προλαβαίνεις, α, δε φεύγεις, καλάααα μην πεις μετά ότι δε σε προειδοποίησα, τελοσπάντων καλημέρα, λέμε τώρα, άκου καλημέρα, μεσημέριασε, 11 το πρωί είναι. Θεέ μου, πότε έγινα η γιαγιά μου, ούτε που το κατάλαβα. Με το χαμόγελο της Crest, θα με ρωτήσει αν όλα αυτά τα χαριτωμένα παιδάκια είναι δικά μου καθώς και πόσο δε μου μοιάζουν κι όσο κι αν θέλω να του δώσω να φάει το βατραχοπέδιλο λέγοντάς του “όχι ρε, τα πήρα σε προσφορά από το σούπερ μάρκετ, τα έδινε δώρο μαζί με 4 ψωμιά του τοστ!”, εν τέλει θυμάμαι τα ψήγματα της καλής μου αγωγής η οποία πήγε περίπατο παρέα με το 88-63-94 (διαστάσεις λέω) και απαντώ ένα ξερό “Α, βρίσκετε..;”, αποτρέποντάς τον από κάθε άλλη πιθανή ή απίθανη εύρεση λόγου για συζήτηση καθώς στον πόνο μου απάνω, δε θέλω πολλές κουβέντες.. Υπάρχουν όμως και οι άτυχες μέρες, αυτές που λες πως, αν υπάρχει θεός, σε έχει μουτζώσει με δέκα παλάμες, ή αλλιώς, αυτές οι μέρες που θα καθίσει δίπλα μου κάποιος γνωστός. Αφού μου αναλύσει διεξοδικά το πόσο ψήλωσαν τα παιδιά μου από πέρυσι, διότι πρόκειται για παγκόσμια στα χρονικά περίπτωση, με ρωτήσει πώς πήγε ο χειμώνας στην Αθήνα- πώς να πάει, μια ομορφιά, καραντίνα, κλεισούρα, μάσκες, τα νεύρα μου κρόσσια, τα σχολεία κλειστά, αφραγκία, ξύλο στα πέριξ, τηλεόραση σπίτι σας δεν έχετε, εμένα περιμένετε, ο Θεόδωρος Ανδρεάδης Συγγελάκης έχω καταντήσει- “Πώς να πάει, καλά.”, απαντώ αντ’ αυτών μπας και κόψω τη συζήτηση αλλά όχι, ο γνωστός δεν έχει φιλότιμο, δεν έχει καρδιά, δεν έχει μπέσα να σε συντρέξει στα δύσκολα, μόνο όρεξη έχει, συνεχίζει λοιπόν αφού ρίξει μια προσεκτική ματιά στα παιδιά μου για να καταλήξει κι αυτός ότι “δε σου μοιάζουν όμως, εγώ ήξερα τον πατέρα τους, πω πω σαν να τον βλέπω μικρό!”, κάντε μας τη χάρη μαντάμ, που ήμουν λυγαριά και για να γεννήσω αυτά τα παιδιά έχω γίνει σαν πλάτανος 100χρονος με παχύ ίσκιο σε πλατεία ,από αυτούς που βάζουν από κάτω ένα καφενείο, μια ταβέρνα κι ένα βουλκανιζατέρ, που θα μου πεις εσύ ότι δε μου μοιάζουν κιόλας, στραβομάρα, όλοι συνεννοημένοι είστε σε αυτόν τόπο, σε αυτό δεν απαντώ μόνο μειδιώ σαν τη Μόνα Λίζα, να μην ξέρει, στραβοκατάπια την τσίχλα μου, εγκεφαλικό μου ήρθε, σκέφτομαι ποιο δηλητήριο δεν αφήνει ίχνη στη νεκροψία-νεκροτομή, τελοσπάντων όπως προείπα, χαμογελώ ενθυμούμενη την αγωγή μου, όση μου έχει μείνει πια. Αλλά όχι, πρέπει να συνεχίσει, πρέπει να στρίψει το μαχαίρι στην πληγή, να μου ρίξει πάνω και λίγο ορυκτό αλάτι Ιμαλαίων: “Εσένα λίγο διαφορετική σε βλέπω, πάντως, σαν να αδυνάτισες..”, μου λέει χαμογελώντας. Ναι, σιγά μην πήρα κι εγώ μπόι, πες το μες στα μούτρα μου, πες το ρε αν είσαι άντρας, α γυναίκα είσαι, πες το μου ότι πάχυνα, λες να μην το ξέρω; Τριανταδύο καραντίνες έχω περάσει αλλά τρίψτο μου στα μούτρα, έλα να δουλευτούμε μεταξύ μας να δούμε ποια το κάνει καλύτερα. Η καλή μου αγωγή έχει πια φύγει οριστικά, δεν είμαι πια το 88-63-94, το νέο, βελτιωμένο 188-163-194 -στα 200 καίγομαι- με έχει διαμορφώσει σε μια ανεξάρτητη γυναίκα, μια γυναίκα που αρνείται να πέσει θύμα των στερεοτύπων, μια γυναίκα που πολεμά το body shaming, μια γυναίκα που δεν είχε λεφτά για κρυολιπόλυση, οπότε απαντώ διπλωματικά “Καλέ, πνίγεται το παιδί!”, για να μου απαντήσει “Δεν πνίγεται, παίζει!”, “Καλά, δεν ξέρω εγώ που είμαι μάνα του και ξέρεις εσύ;”, σκούζω τρέχοντας προς το παιδί ενώ του ψιθυρίζω “Αν βήξεις και κλάψεις, θα σου πάρω 2 παγωτά!”, “Τέθθερα!”, θα απαντήσει ο σκληρός διαπραγματευτής. “Δε γίνεται, μόνο δύο και μόνο αν κλάψεις καλά!”, “Τέθθερα θου είπα!”, “Δύο θου είπα και τελείωνε, καρφωνόμαστε! Πω πω, τη μισή θάλασσα ήπιες παιδί μου, μην κλαις πουλάκι μου..”

Λίγο ο ψεύτικος πνιγμός, λίγο το έγκαυμα, λίγο το κατς που έπαιξαν οι μεγάλοι, νύχτωσε, πήγε ήδη 12.30 το μεσημέρι. Ας ξεκινήσω να μαζεύω για να φύγω κατά τις δύο. Περιδιαβαίνοντας την παραλία αναζητώντας τα κουβαδάκια μας κι ενώ έχω μάλλον απομακρυνθεί αρκετά γιατί μόλις είδα την ταμπέλα “Καλωσορίσατε στο νομό Χανίων” κι εγώ είμαι σχεδόν σίγουρη ότι ξεκίνησα από την Πελοπόννησο, αποφασίζω να καλέσω την υπηρεσία του δήμου για ογκώδη απορρίμματα αφού το αποτύπωμα άνθρακα των παιδιών μου είναι εφάμιλλο πολυεθνικής αλλά πάνω απ’ όλα όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά σε θάλασσες και ακτές, ενώ ξεκινάω ήδη το γνωστό “Φεύγουμε” το οποίο είναι αντιστρόφως ανάλογο της ώρας ετοιμασίας, συνεχίζεται σε εντονότερο τόνο και χρόνο Στιγμιαίο Μέλλοντα, “Θα φύγουμε!”, έπεται μια ερωτηματική πρόταση με τάση αυτολύπησης κι ένα κρυφό λυγμό “Θα φύγουμε καμιά ώρα….;”, συνοδευόμενη από μια αυστηρή προστακτική “φεύγουμε ΤΩΡΑ ΕΙΠΑ!” στην οποία κανείς δε δίνει σημασία, για να ακολουθήσει ο γνωστός αόριστος “Έφυγα”, ενώ δεν έχω καν σηκωθεί και ο πάντα τελευταίος παρακείμενος “Σε 5′ έχω φύγει και γυρίστε με τα πόδια!”, πράγμα που βρίσκουν προκλητικά ενδιαφέρον οπότε το παίρνω πίσω για να καταλήξω σε ένα συντελεσμένο Μέλλοντα υποταγής :”Θα έχω φύγει μέχρι τις 2, σας παρακαλώ, ντυθείτε”. Αφού τελειώσω με τη χρονική αντικατάσταση και συνειδητοποιήσω ότι ο πρώτος που έκανε ντουζ έχει ξαναμπεί στη θάλασσα με το μαγιό, τα ρούχα, την παντόφλα και την ηλιοπροστασία του παρμπρίζ, οι άλλοι δύο ουρλιάζουν ότι αυτό “είναι άδικο” και έχω ήδη φορτωθεί σαν το μουλάρι τη μισή προίκα καθώς η άλλη μισή αγνοείται στα πελάγη, εκτοξεύοντας δριμύες απειλές ότι θα τους αφήσω με ένα κουβαδάκι όλο το καλοκαίρι για να μάθουν να μαζεύουν τα πράγματά τους, υποκύπτω άμεσα υπό τον καυτό ήλιο στο κλάμμα του μικρού και υπόσχομαι ανελέητο κουβαδάκι shopping therapy αρκεί να μην είναι θλιμμένος και να μη δέρνει τον αδερφό του, τους βουτάω με 4 παντόφλες σύνολο και κατευθυνόμαστε για το σπίτι.

Στο δρόμο, τον μικρό τον παίρνει ο ύπνος, αντίο μεσημεριανή σιέστα, καλώς ήρθες κατουρημένο κάθισμα. Πρέπει να πλύνω τις πετσέτες, τα μαγιό, να τους βάλω να φάνε, δε θα προλάβω, αύριο θα σηκωθώ από τις 4 το πρωί, ίσως ζυμώσω κιόλας, θα δω, το απόγευμα έχει πάλι μπάνιο, τα παιδιά για κάποιο λόγο που αγνοώ πέρασαν καλά βέβαια αλλά εγώ κάτι έχω ξεχάσει, κάτι έχω ξεχάσει…

Α, ναι! Να κάνω μπάνιο ξέχασα πάλι. Δεν πειράζει, θα μπω αύριο, οπωσδήποτε όμως αύριο. Εκτός αν φυσάει, ή αν δε φυσάει. Τελοσπάντων, όλο το καλοκαίρι μπροστά μου το έχω, μόνο 30 έχει ο Αύγουστος. Και του χρόνου να είμαστε καλα, να ξανάρθετε!

(Το παραπάνω άρθρο πολύ θα ήθελα να αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας αλλά είναι αληθινό πέρα για πέρα, χορηγός μας τα προφυλακτικά Durex)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here