Φωτογραφία του Ludovic Marin για το πρακτορείο AFP.

Πρόκειται για ένα αμύθητης αξίας έργο, 100% αυθεντικό, το οποίο όχι μόνο ανατρέπει όσα ξέραμε μέχρι σήμερα, ότι δήθεν η επανάσταση ξεκίνησε το Μάρτη του 1821 και μπούρδες, αλλά ότι οι διεργασίες συνέβαιναν ήδη πολύ καιρό πριν, ενώ η πρώτη παρολίγον μάχη, που χάθηκε πριν καλά καλά δοθεί, λογω ενός Εφιάλτη της τότε εποχής, θα διαδραματιζόταν στην Αθήνα, και συγκεκριμένα στο κέντρο της, σε ένα μικρό, ταπεινό,  πέτρινο κτιριο μας φτωχογειτονιάς, στο τωρινό Μέγαρο Μαξίμου.

Σας το παραθέτω αυτούσιο με πατριωτικά ρίγη, συγκίνηση και πόνο. (Το τσαρούχι που λάνσαρε η Γιάννα με χτυπάει αλλά η πατρίς είναι πάνω κι από το κότσι.)

Νύχτα ήταν, είχε σημάνει η απαγόρευση κυκλοφορίας από τις 9, στον δρόμο δεν κυκλοφορούσε ούτε σκυλί μαύρο, ούτε σκυλί πουά. (σ. σ. Δαλματίας). Εκαθόμανε σκυφτός πάνω από τα τεφτέρια μου και μετρούσα κουμπούρια, σφαίρες και παλικάρια κι η διαίρεση με ζόριζε. Δέκα στον Λυκαβηττό, δέκα στο Da Capo (σ. σ. Καπηλειό της εποχής), δέκα στη Βασιλίσσης Σοφίας (ποιητική αδεία), περισσεύουν κι άλλα δέκα παλικάρια. Έξυνα τη γκλάβα μου, πού να τα τοποθετήσω. “Ε, Μιχαλιό!”, έγνεψα στον Μιχάλη τον Χρυσοχοΐδη που καθάριζε το ντουφέκι του, “Πού λες, ωρέ να βάλουμε τους άλλους δέκα;”

Ο Μιχαλιός ήταν αψύς, βλοσυρός και αγριάνθρωπος, ψηλός σαν βαρύς, σαν βουνό, στην πορεία χαλάνε οι γενιές,κουβέντα δεν του έπαιρνες, δε γελούσε, δεν του άρεσε να λέει πολλά, μόνο να κοιτάει ψηλά, στ’ατέλειωτα τραγούδια. “Στη Μπενάκη θα τους εστείλω, κοντά στην πλατεία.”,μουρμούρισε φτύνοντας τον καπνό από την πίπα του. Είχε αδυναμία στις πίπες ο Μιχάλης, ή θα τις κάπνιζε ή θα τις έλεγε. “Δέκα στην πλατεία”, σημείωσα στο Stratego μου.

“Ε, Μιχαλιό, σάματις να τους πεις να μην αρχίσουν να βαράνε πάλι στο ψαχνό όπως την άλλη μέρα που έριχναν στους δικούς μας κατά λάθος;” . Ο Μιχάλης με κατακεραύνωσε με το ένα του μάτι, το καλό, το άλλο το είχε χάσει μια μέρα που πάλευε να λογχίσει έναν αστακό να τον εφάμε μακαρονάδα. Ξινό μας το είχε βγάλει. Κουβέντα δεν έπαιρνε για τα παλικάρια του. Λούφαξα, άλλωστε είχα φτύσει αίμα για να τον φέρω κοντά μου.

Από πρωτοπαλίκαρο του Ιμπραήμ, κατάφερα να τον εβάλω στον Αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας. Έφερε μαζί του και χίλια ακόμα παλικάρια, ευνούχους από τα χαρέμια της Χαριλάου Τρικούπη. Καλά παιδιά αλλά λίγο νευρικά.

Ξάφνου τινάχτηκα τρομαγμένος από έναν χτύπο στην πόρτα. Το συνθηματικό ήταν γνωστό στους συναγωνιστές. Τρεις χτύποι δεξιά, ένας πάνω, άλλοι τρεις δεξιά, πέντε κάτω. Αριστερά, χτυπούσαν οι προδότες και τους παίρναμε χαμπάρι. Άνοιξα την πόρτα και μπήκε η Νίκη του Κεραμέως. Ήταν μια αψηλή, μελαχρινή, γεμάτη χάρη αγωνίστρια, κόρη νεωκόρου. Μπήκε βιαστικά κι έβγαλε το φερετζέ που είχε για καμουφλάζ. Από κάτω, κατάστηθα, ένας πεντόκιλος ολόχρυσος σταυρός με Swarovski δεν άφηνε αμφιβολία για το ήθος και την πίστη της στη γλυκιά πατρίδα. “Όλα έτοιμα, αρχηγέ!”, βροντοφώναξε. “Πες μου, ωρέ Νίκη, τι ετοίμασες;”,τη ρώτησα. “Αρχηγέ, πέντε σπηλιές εξοπλίστηκαν με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Κεριά Led για χαμηλή κατανάλωση, παγκάκια από μασίφ δρυ, κοντυλοφόροι από πούπουλα κότας αλανιάρας, βιβλία που θα έρθουν σε 6 μήνες από την Αγγλετέρα και οι καλύτεροι παπάδες της Αθήνας για να μορφώσουν τα παιδιά μας και να τα μυήσουν στον αγώνα για τη λευτεριά. Όλα έχουν γίνει κάτω από άκρα μυστικότητα, κανείς δεν έχει καταλάβει τίποτα, μόνο στον κοτζαμπάση το είπα. Και όλα τζάμπα, αρχηγέ, μόνο δέκα πουγκιά χρυσες λίρες.”,ειπε με μια ανάσα η λυγερόκορμη κοπέλα.”Πώς τζάμπα, ωρέ Νίκη; Και τα δέκα πουγκιά λίρες, τζάμπα είναι; “, τη μάλωσα. Δεν το εννοούσα βέβαια, σαν παιδί μου την ειχα, άλλωστε λεφτά υπήρχαν, είχαμε δανειστεί από τον Υψηλάντη, ένα μεγαλομέτοχο της Τράπεζας Πειραιώς. “Ξέρεις, αρχηγέ, χρειάζονται για να λαδώσω τον Κοτζαμπάση ώστε να μη μαρτυρήσει αυτά που πήγα και του είπα από μόνη μου…”, είπε με το κεφάλι σκυφτό. “Ελπίζω η εκπαίδευση να πάει καλά, Νίκη. Δε λογάω να μείνει το έθνος αμόρφωτο! Και ξέρεις εσύ, μόνο θρησκευτικά να κάνουν τα παιδιά. Θρησκευτικά κι αρχαία από το ΙΕΚ του Άδωνι του Τσιρίδα. Τα άλλα τα μαθήματα μπορεί να τα κάνουν γιουσουφάκια και αλί από εμάς μετά! “,” Ξέρω, έννοια σου αρχηγέ.”, απάντησε η Νίκη,“Τους εχω έτοιμα και μερικά παγούρια τσίπουρο στα θρανία μιας και δε φτάσαν τα λεφτά για καυσόξυλα.”

Γενάρης ήταν. Λυσσομανούσε ο βοριάς. Καμάρωνα έναν αψηλό πεύκο έξω από το παράθυρο, φουντωτό και περήφανο σαν εμένα, κοντά 300 χρόνων, σαν εμένα, όταν έπεσε ένας κεραυνός και τον έκανε ψητό. Ε, να σε πάρει για γκίνια. Κρίμα κι ήταν ωραίο δέντρο,τόσους προδότες είχα σκοπό να κρεμάσω πάνω του.

Η πόρτα χτύπησε ξανά. Ο χτύπος ήταν λάθος μα ήξερα ποιος ήταν, μια ζωή αυτό το παιδί χαζό, δεν θυμόταν ποτέ τα συνθήματα, όλο με το PUK εμπαινε.

“Τί νέα μας φέρνεις, ωρέ Νίκο του Κυρανάκη;”, του έγνεψα. “Πρόβλημα, αρχηγέ”, είπε λαχανιασμένος. Από την έρευνα που έκανα ανακάλυψα δυο προδότες. Τον Κώστα του Καραμανλή του χοντρού και τον Αντώνη του Σαμαρά, του ξακουστού. Ο ένας έκανε δικό του στρατό στη Ραφήνα με τις αστείρευτες γνώσεις του στο Fortnite και έχουν ήδη καταλάβει ένα χάνι με τον μάγειρα αιχμάλωτο κι ο άλλος σε διαβάλλει παντού, σε λέει πουλημένο στον Αλή Πασά, μου τα είπε εμένα η Φώφη του Γεννηματά. Θα χτυπήσουν, αρχηγέ, κάποιος τους σφύριξε τα σχέδιά μας και το κρησφύγετό μας. Έχουν διαρρεύσει οι χάρτες μας.”

Με έλουσε κρύος ιδρώτας. Κοίταξα τον Μιχαλιό που εξακολοθούσε να παραμένει ατάραχος.” Τί θα κάνουμε τώρα, Μιχαλιό; “, τον ρώτησα.” Στέλνω να δείρουν μερικούς στην πλατεία, να δουν ότι δε χωρατεύουμε! “, είπε με στόμφο και διέταξε δέκα μπρατσωμένα παλικάρια να ζωστούν τα άρματα και να τραβήξουν για πέρα.

“Ποιος να πρόδωσε….; Ποιος;;;;;; “, φώναζα έξαλλος και έριξα από τα νεύρα μου μια κλωτσιά στον Νίκο του Κυρανάκη. Μαθημένος στις σφαλιάρες, δε σάλεψε. Τους κοίταξα όλους μια γύρα προσπαθώντας να βρω τον προδότη, αν και μερικοί ελειπαν στα πόστα τους. “Υπάρχει ένας προδότης ανάμεσά μας…. Μην είναι η Στυλιανή του Μενδώνη;”, γρύλισε ο Μιχαλιός. “Αποκλείεται! Όλη μέρα στην Ακρόπολη ήταν, έριχνε τα μπετά μαζί με τον Μήτσο του Λιγνάδη για να ανεβάσουν Οιδίποδα Τύραννο γυμνό, την είδα!, φώναξε η Νίκη.

” Μήπως, τότε, ο Άδωνις του Γεωργιάδη;;;;,”   “Αποκλείεται, όλη μέρα έγραφε τις ερωτήσεις για να τις δώσει στο δημοσιογράφο από τη Ρώμη, τον Άρη του Πορτοσάλτε!”, έσκουξε πάλι η Νίκη. “Μηπως, τότε, η Θεοδώρα του Μπακογιάννη, αυτή η μισητή αδερφή μου που ζηλεύει το αίμα της και θέλει να με δει να καταστρέφομαι;”, φώναξα.

“Όχι,όχι! Όλη μέρα ξήλωνε ζαρντινιέρες που ξεράθηκαν στο δρόμο που μένουν ο αχαΐρευτος ο γιος της κι η τεμπελχανού η νύφη της, αυτή η Δυναστεία ζει ένα δράμα από τότε που ξεράθηκαν οι ουασιγκτόνιες, δεν είχαν δα και κανέναν πρόγονο αποστάτη!..! “, είπε πάλι η Νίκη.

” Ο Βασίλης του Κικίλια, μήπως ήταν; “

” Όχι, όχι, αυτός σήμερα είχε πάει να δει έναν άρρωστο από πνευμονία και τελικά τον ξεγέννησε, δίδυμα έκανε! “, μας πληροφόρησε πάλι η Νίκη.

“Του Κίτσου η μάνα, πού βρισκόταν;”, “Κάθονταν, αρχηγέ”, με πληροφόρησε πάλι η πιστή μου καταδότρια. “Κι ο Νίκος του Ρωμανού;”   “Του Μελωδού; Τον χάσαμε αρχηγέ, αυτομόλησε στους Αγίους Τόπους κυνηγώντας μια καλόγρια”.

“Τον Κωστή του Χατζηδάκη τον είδε κανείς;” “Τον είδα εγώ”, σάλεψε πάλι η Νίκη, “τον είχε στείλει αγγαρεία η Σοφία του Νικολάου να της αγοράσει καινούρια μαστίγια που της χάλασαν όλα δέρνοντας τους φυλακισμένους.”

” Κι εσύ πού ξέρεις τί έκανε ο καθένας;”, τη ρώτησε ο Μιχάλης καχύποπτα. Εκείνη έσκυψε το κεφάλι.   ” Με το νέο σύστημα που εγκατέστησα στο κρυφό σχολείο αρχηγέ, κάπου έπρεπε να το δοκιμάσω να δω αν δουλεύει… Μη μου πάρεις το κεφάλι για το GDPR, όποιος δεν έχει κάτι να κρύψει δε φοβάται! “, απάντησε με θάρρος.

” Εύγε! “, της είπα. “Όμως πρέπει να δούμε ποιος είναι ο προδότης… “

Ξάφνου, τινάχτηκα σαν να με χτύπησε κι εμένα κεραυνός σαν τον άμοιρο τον πεύκο.

” Ο Κώτσος του Μπογδάνου, ξέρει κανείς πού είχε σήμερα πόστο; Πού είναι αυτό το ποταπό σκουλήκι που ανάθεμα την ώρα που τον μαζεψα για πληροφοριοδότη από την αυλή του Σουλτάνου που τον είχαν για να κάνει τα ρεπά του Σίλα του Σεραφείμ;”

“Είχε πόστο στο Κολωνάκι, αρχηγέ, στην πλατεία, κοιτούσε να καταγράψει ποιοι πατριώτες σε κοροϊδεύουν για να τους στείλει να σπάνε πέτρες στον Περιφερειακό του Λυκαβηττού που θες να χτίσεις το τσαρδί σου με την κυρά αλλά δε μπορείς τις ανηφόρες.”,ειπε ο Μιχαλιός που έβγαζε τις υπηρεσίες.

” Νίκη;;;;; “, είπα αυστηρά.

” Μου ξέφυγε, αρχηγέ”, είπε κλαίγοντας η Νίκη,” μάλλον πάσχει το σύστημα, φέρε αλλά δέκα πουγκιά λίρες μπας και το στρώσει ο Σίσκος του Παλάντιρ”.

Δεν πρόλαβε να αποσώσει την κουβέντα της κι η πόρτα έσπασε με ένα φοβερό κρότο. Μπροστά μου, οι προδότες που μας είχαν ανακαλύψει: ο Θοδωρής του Κολοκοτρώνη, ο Θανάσης του Διάκου, η Μαντώ του Μαυρογένους και στη μέση ένας κοντός με κουκούλα μας έδειχνε με το δάχτυλο.

Μας πήραν και μας έσυραν σε μια φυλακή υψίστης ασφαλείας, είπαν δε θα μας βγάλουν μεχρι να απελευθερωθεί η χώρα από τους Τούρκους. “Εκάμαμεν επανάσταση, εμείς την εκάμαμεν πρώτοι, θα το μετανιώσετε, θα φτιάχναμε και δρόμους, αχάριστοι! ΚΑΙ Α ΚΑΙ ΟΥ, ΚΑΙ Α ΚΑΙ ΟΥ ”, χτυπιόμουν εγώ. Επί ματαίω οι σπαρακτικές κραυγές μου.Φωτιά έβαλαν στο αρχηγείο και τους χάρτες μας, δυστυχώς μας έριξαν μέσα στο κελί και τον κοντό να μυξοκλαίει όλη μέρα και να ζητάει να τον δεχτούμε πίσω, στο τέλος πήραν τα όπλα μας κι άρχισαν να πολεμάνε τον Τούρκο ενώ εμείς τοσο ωραία τα είχαμε φτιάξει στο προσύμφωνο, τρία χρόνια μας πήρε η διαπραγμάτευση κι αν εξαιρέσεις όλα αυτά που δώσαμε, δε δώσαμε και τίποτα.

Η οργή μου μεγάλη και η θλίψη μου ωκεανός. Τα σφάλματά τους πέλαγα που με έπνιγαν και γέλαγα. Η ελπίδα μου να ανταμώσουμε ξανά με τους ήρωες συναγωνιστές μου και τους Τούρκους συνεργάτες μου σε ένα χαρούμενο μπαλκόνι, σε ένα ηλιόλουστο νησί, σε μια αυθαίρετη βεράντα.

Ορκίζομαι όμως εδώ, ενώπιον των καγκέλων που με περιβάλλουν, μέσα στα ταπεινά 150 τμ που με πνίγουν, μόλις βγω να εκδικηθώ. Δε θα σας πω το όνομά μου καθώς όλοι με ξέρουν με το ψευδώνυμό μου. Θα τους αλλάξω τα φώτα μια μέρα. Αν δε το κάνω, να μη με λένε Μωυσή, προστάτη των Τσιτάχ, ηγέτη των μπούτς, γκόμενο των πέντε ηπείρων. Κι είμαι σίγουρος πως η ιστορία μια μέρα θα με δικαιώσει, ίσως σε 100 χρόνια, ίσως και περισσότερα. Ίσως σε 200 χρόνια από σήμερα, να βρεθεί μια νέα Ιωάννα της Λοραίνης, μια Ιωάννα να με μνημονεύσει εορτάζοντας τα 200 χρόνια από το πρώτο μας δάνειο.

Εν τούτω νίκα,

Μύκονος, Αύγουστος 1820

Προηγούμενο άρθροΤο ριφιφί της Πειραιώς
Επόμενο άρθροΤο TOP 10 των Οικονομικών Ειδήσεων
Μαργαρίτα Μπογδάνου
Είμαι η Μαργαρίτα Μπογδάνου ( απλή συνωνυμία, μην πάει ο νους σας στο κακό!). Έχω περάσει από 40 κύματα στα επαγγελματικά μου, έκανα μια στάση από Διεθνείς Σχέσεις στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, εν τέλει με κέρδισε το ελεύθερο επάγγελμα. Μιλάω αγγλικά, γαλλικά και ρωσικά, εκτός αν με νευριάσουν οπότε τα μιλάω όλα μιξ. Ζω με τέσσερα αγόρια και γράφω για όσα μπορώ αλλά, κυρίως, όσα δε μπορώ να αντέξω.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here