Ένα από τα ζητήματα που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον των συμπολιτών μας, εμού συμπεριλαμβανομένης, σε μεγάλο βαθμό τη χρονιά που μας αφήνει, ήταν και αυτό της τηλεκπαίδευσης. Έννοιες και λέξεις άγνωστες μέχρι σήμερα, όχι απλά εισέβαλαν στο λεξιλόγιό μας αλλά μονοπώλησαν μεγάλο μέρος του χρόνου και της φαιάς ουσίας μας, όσης απέμεινε προσπαθώντας να διαχειριστούμε ήδη το μεγάλο όγκο των πληροφοριών που καλείται να διαχειριστεί ο μέσος πολίτης όπως πανδημία, οικονομικά προβλήματα, φόβος, αστάθεια υγείας. “Μπες στην E-class”, “ Άλλο e- class και άλλο e-me”, “Έπεσε”, “κράσαρε”,”Λαγκάρει”, (αυτό το μάθαμε από τα παιδιά μας και γίναμε πιο μοντέρνοι), “Βάλε με στο meeting room”, “Bγάλε με από το meeting room”, “Mε πετάει συνέχεια έξω”, “Τα έστειλε σε windows live sheet” και ο Θεός της πληροφορικής να βάλει το χέρι του.

Πόσο όμως βοήθησε και πόσο πήγε τελικά ένα βήμα παρακάτω την εκπαίδευση αυτό το περίφημο σύστημα που, δε θα πω ψέματα, δε θα λείψει σε κανέναν μας όταν η σχολική ζωή επιστρέψει σε μια φυσιολογική ροή;

Για να κρίνεις οτιδήποτε σε αυτή τη ζωή, απαραίτητο στοιχείο είναι αρχικά ο αποσαφηνισμός του. Στην Ελλάδα της πανδημίας, μπερδέψαμε την τηλεκπαίδευση με την τηλεδιάσκεψη. Ο ορισμός της τηλεκπαίδευσης και μόνο ετυμολογικά να τον δει κανείς, είναι αυτό ακριβώς που λέει και η λέξη: εκπαίδευση από μακριά. Μπορεί, θεωρητικά, να λειτουργήσει και από μόνη της όπως λειτουργεί εδώ και πολλά χρόνια στα πλαίσια εκπαιδευτικών ιδρυμάτων του εξωτερικού, σεμιναριακών επιμορφώσεων, μεταπτυχιακών αλλά και προπτυχιακών τίτλων και είναι ικανή να εκπαιδεύσει το άτομο εξ’ολοκλήρου χωρίς φυσική παρουσία του ίδιου εξ’ολοκλήρου. Αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη ειδικής πλατφόρμας ανάλογα με τις ανάγκες του εκάστοτε εκπαιδευτικού φορέα, ειδική απεικόνιση και μεταφορά σε διαδικτυακή μορφή των συγγραμμάτων του κάθε επιστημονικού πεδίου, φόρα για άμεση συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων μεταξύ συμμετεχόντων και καθηγητή, ορισμό χρονικού πλαισίου εργασίας και των δύο πλευρών, διαδραστικούς πίνακες στους οποίους τα άτομα μπορούν να γράφουν και να απαντούν σε πραγματικό χρόνο επάνω στα οποία θα έχει άποψη και οπτική ο καθηγητής, πληθώρα υλικού το οποίο θα αποστέλλεται για περαιτέρω εργασία μετά το πέρας του μαθήματος και βέβαια επιμόρφωση και των δύο πλευρών επάνω σε αυτό το σύστημα, το τόσο σύγχρονο και ελπιδοφόρο. Γιατί ναι, είναι και πολύ σύγχρονο και πολύ ελπιδοφόρο το να γνωρίζω ότι μπορώ να αποκτήσω ένα τίτλο σπουδών από την άνεση του σπιτιού μου, χωρίς να επιβαρυνθώ με έξοδα διαβίωσης σε μία ξένη πόλη ή και χώρα, χωρίς να εγκαταλείψω την οικογένεια ή την εργασία μου, αποκτώντας ωστόσο όντως ισότιμες γνώσεις με το αν θα είχα φυσική παρουσία σε ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα. Σαφώς δε μπορούν όλοι οι κλάδοι να λειτουργήσουν αμιγώς με τηλεκπαίδευση. Ο μηχανικός πρέπει να βρεθεί μέσα σε κτίριο, ο γιατρός πρέπει να ακούσει το στήθος του ασθενή, ο αρχιτέκτονας πρέπει να δει από κοντά πώς να σχεδιάζει. Η τελευταία ουσιώδης παράμετρος για να λειτουργήσει σωστά αυτή η διαδικασία, η επιμόρφωση επάνω στο ίδιο το σύστημα, επιτυγχάνεται με την εκμάθηση των απαραίτητων πληροφοριακών συστημάτων καθώς και με την ενασχόληση και τριβή των ενδιαφερόμενων με αυτά.

Ωστόσο, αυτό το σύστημα με τις προαναφερθείσες δικλείδες δεν εφαρμόζεται σε ό,τι αφορά στην τηλεκπαίδευση των μαθητών που βρίσκονται στις βαθμίδες του δημοτικού-γυμνασίου και λυκείου. Το να βρίσκεται ένα άτομο μπροστά από μια οθόνη και να παρακολουθεί τον καθηγητή του να αγορεύει, παλεύοντας, αν προσέχει, να εκφράσει μια απορία και στο τέλος να λαμβάνει έναν όγκο εργασιών προς αποπεράτωση, είναι  σκέτο τηλεδιάσκεψη και είναι αυτό που έκαναν, κάνουν και θα κάνουν στελέχη και εργαζόμενοι εταιρειών από όλο τον κόσμο προκειμένου να επικοινωνήσουν με συναδέλφους τους και να θέσουν ζητήματα προς επίλυση υπό τη μορφή της σύσκεψης και, μάλιστα, γλιτώνοντας την εταιρεία από πολλές χιλιάδες ευρώ τα οποία ως τώρα βαφτίζονταν έξοδα μετακίνησης για meeting.

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι αυτό το οποίο ισχύει είναι μια κατ’ ευφημισμόν τηλεκπαίδευση η οποία ωστόσο, ακόμα και με αυτή την πρώιμη και πρωτόγονη μορφή της θα μπορούσε να υποκαταστήσει, έστω προσωρινά, τη δια ζώσης εκπαίδευση των μαθητών καθώς, όταν προκύπτει μια ανελαστική ανάγκη και εν προκειμένω μια πανδημία, οφείλουμε όλοι να δείξουμε πνεύμα συνεργασίας και προσαρμογής.

Τα προβλήματα

 Δε θα ασχοληθώ με την ανάπτυξη των προβλημάτων του δικτύου το οποίο διαρκώς καταρρέει υποβαθμίζοντας την ποιότητα της διδασκαλίας καθώς πρόκειται για μια γνωστή σε όλους κατάσταση. Επιπρόσθετα, γνωρίζοντας την γενικευμένη κατάσταση των δικτυακών υποδομών του ίντερνετ στην Ελλάδα, θεωρώ ουτοπικό το να έχουμε την απαίτηση της βελτίωσής τους σε χρόνο μηδέν από τη στιγμή που τα έργα υποδομών απαιτούν χρόνια επενδύσεων από πλευράς εταιρειών και πολιτείας.

Οι ανισότητες : Γίναμε όλοι μάρτυρες ιστοριών που είδαν το φως της δημοσιότητας για οικογένειες που στερούνται της βασικής υποδομής για την τηλεκπαίδευση, ακόμα και σύνδεσης στο διαδίκτυο.

Δεν υπάρχουν, ωστόσο, μόνο οι ανισότητες μεταξύ παιδιών που διαθέτουν μια στοιχειώδη υποδομή και άλλων που παραμένουν χωρίς πρόσβαση αποκλείοντας πολλές φορές ολόκληρα χωριά. Ανισότητα υπάρχει καταρχάς ανάμεσα σε ιδιωτική και δημόσια εκπαίδευση. Τη στιγμή που τα δημόσια δημοτικά σχολεία εκπαιδεύουν τους μαθητές τους επί ένα τρίωρο καθημερινά ενώ τα ιδιωτικά επί εξαώρου ή και επταώρου, αρχίζοντας πολύ νωρίτερα από τις 12.00 μ.μ το μάθημά τους ενώ τα δημόσια σχολεία μετά τις 2 το μεσημέρι, είναι φύσει αδύνατο να παρέχονται οι ίδιες γνώσεις σε παιδιά παρόμοιας ηλικίας. Επιπρόσθετα, οι υλικοτεχνικές δομές που παρέχονται στους μαθητές πολλών ιδιωτικών σχολείων άμα τη εγγραφή τους όπως tablet ή ακόμα και laptop έρχονται σε πλήρη αντιδιαστολή με την έλλειψη πολλών συνομηλίκων τους οι οποίοι είναι συχνά εξαναγκασμένοι να παρακολουθούν το αντίστοιχο μάθημα μέσω κινητού ή και δανεικού εξοπλισμού. Αντίστοιχα, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις εκπαίδευσης είναι σε θέση να παρέχουν τα κατάλληλα μέσα όπως ειδικές πλατφόρμες, υπολογιστές στους καθηγητές τους εν αντιθέσει με τους δασκάλους δημόσιων σχολείων οι οποίοι παλεύουν να ανταπεξέλθουν στην κατάσταση με τις ίδιες τους τις δυνάμεις πολλές φορές στερούμενοι και οι ίδιοι το βασικό εξοπλισμό ή και εξαναγκασμένοι να τον προμηθευτούν με προσωπικά έξοδα αφού και οι σοβαρές ελλείψεις υπολογιστών στα δημόσια σχολεία ή η κατοχή απαρχαιωμένου εξοπλισμού δεν το καθιστά ευκολότερο γι’ αυτούς να εργαστούν από το χώρο εργασίας τους.

Το βάρος των γονιών: Ένας γονέας με παιδιά σε σχολική ηλικία που αυτή την περίοδο τηλεκπαιδεύονται έχει να αντιμετωπίσει πολλαπλά προβλήματα και μια βάναυση ανατροπή της καθημερινότητάς του. Αν, δε, τηλεργάζεται κι ο ίδιος, τότε αυτά αυτόματα πολλαπλασιάζονται. Από το πιο απλό που είναι ο αριθμός των συσκευών που απαιτείται να διαθέτει μια οικογένεια η οποία ως εχθές μπορεί να διέθετε μία μόνο συσκευή για αναψυχή και σήμερα καλείται να καλύψει ταυτόχρονες ανάγκες τριών, τεσσάρων ή και περισσότερων μελών της, τον αριθμό των δωματίων στα οποία πρέπει να απομονωθεί το κάθε μέλος ώστε να εργαστεί/ εκπαιδευτεί αποδοτικά έως και την προσπάθεια των φροντιστών των μαθητών να τους βοηθήσουν επαρκώς με συστήματα τα οποία και οι ίδιοι δεν είναι ενδεχομένως σε θέση να γνωρίζουν. Επιπλέον, η διαρκής παραμονή των μελών της οικογένειας σε ένα χώρο σε συνθήκες εγκλεισμού, μακριά από τις καθημερινές δραστηριότητες και την κοινωνική συναναστροφή με ταυτόχρονη εμπλοκή του ρόλου του γονέα ως δασκάλου, δημιουργεί συχνές ρήξεις, αίσθημα ψυχικής κόπωσης και ματαίωσης, διατάραξη δεσμών και σχέσεων μέσα σε ένα σπίτι.

Η καθημερινότητα των παιδιών: Φύσει κοινωνικά και επιφορτισμένα με δραστηριότητες πέραν της σχολικής ώρας, το μεγαλύτερο πλήγμα της τηλεκπαίδευσης ήταν πάνω στην ψυχοσύνθεση των παιδιών. Μακριά από τους φίλους και συμμαθητές τους, με ταυτόχρονη απαγόρευση όλων των αθλητικών δραστηριοτήτων, τα παιδιά βρέθηκαν στο κατώφλι της τηλεκπαίδευσης να προσπαθούν να διαχειριστούν μια πρωτόγνωρη κατάσταση στα τυφλά. Η αλήθεια είναι βέβαια πως, αν μια μερίδα πληθυσμού κατόρθωσε να προσαρμοστεί ευκολότερα, αυτή ήταν τα παιδιά ίσως και λόγω της ενασχόλησής τους με την τεχνολογία. Αλλά και πάλι, αυτό δεν αφορά σε όλες τις κοινωνικές και οικονομικές τάξεις του πληθυσμού καθώς μια μεγάλη μερίδα των παιδιών βρέθηκαν αντιμέτωπα με δυσχέρεια στην πρόσβαση, αδυναμία παρακολούθησης μαθημάτων, έλλειψη εξοπλισμού και βοήθειας. Ολόκληρες ομάδες παιδιών, όπως τα παιδιά Ρομά τα οποία έχουν ήδη δυσκολίες στην πρόσβαση της δια ζώσης εκπαίδευσης και όσα πηγαίνουν κανονικά στο σχολείο καταβάλλουν αγώνα ενάντια στο ρατσισμό και τις φυλετικές παραδόσεις που τα θέλει σε ένα βαθμό μακριά από την υποχρεωτική εκπαίδευση, βρέθηκαν ξαφνικά όχι μόνο πλήρως αποκομμένα από την εκμάθηση αλλά και με τις απουσίες να κρέμονται σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από το κεφάλι τους δίνοντάς τους ίσως ένα λόγο ακόμα για να τα παρατήσουν μια ώρα αρχύτερα. Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο που δημοσίευσε η Ελλάν Πασσέ- Πανελλαδική Συνομοσπονδία Ελλήνων Ρομά, συνοδευόμενο από μηνυτήρια αναφορά κατά της Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Κας Κεραμέως, στο οποίο τονίζει πως : “Η ισότιμη πρόσβαση όλων των μαθητών στην εκπαίδευση είναι δικαίωμα κι όχι ζητούμενο. Κι όμως το αναφαίρετο αυτό δικαίωμα όλων των μαθητών στην εκπαιδευτική διαδικασία καταπατάται κατάφωρα για μια μεγάλη μερίδα μαθητών, εξαιτίας της πανδημικής κρίσης του κορωνοϊού, αλλά και λόγω των εγκληματικών παραλείψεων και αβλεψιών των αρμοδίων.

Η ισότιμη πρόσβαση για όλους στη δημόσια εκπαίδευση, στην εποχή του κορωνοϊού, δεν είναι τόσο ισότιμη για μεγάλη μερίδα του πληθυσμού. Υπάρχουν οικογένειες χωρίς πρόσβαση στο ίντερνετ, χωρίς επάρκεια σε υπολογιστές, τάμπλετ και κινητά με αποτέλεσμα να αποκλείονται παντελώς από την εκπαιδευτική διαδικασία. Πολύ συχνό είναι, επίσης, το φαινόμενο των οικογενειών με δύο, τρία ή και περισσότερα παιδιά να βρίσκονται στην ίδια εκπαιδευτική βαθμίδα (πχ. δημοτικό) και να πρέπει να παρακολουθήσουν μαθήματα ταυτόχρονα με ελάχιστα διαθέσιμα μέσα. Τα παιδιά εκείνα που πλήττονται περισσότερα από αυτή τη δυσμενή πρόσβαση στην εκπαίδευση είναι τα παιδιά των Ελλήνων Ρομά”.

Η ισότητα στην εκπαίδευση είναι από μόνη της μια ουτοπική ίσως ιδέα ενώ θα έπρεπε να είναι ένα αυτονόητο δικαίωμα κάθε παιδιού. Με το ξέσπασμα της πανδημικής κρίσης και την προχειρότητα με την οποία στήθηκε το εγχείρημα της τηλεκπαίδευσης αλλά και συνεχίστηκε στη δεύτερη φάση της πανδημίας, απλά βγήκαν στην επιφάνεια όλα τα ζητήματα κοινωνικής και οικονομικής ανισότητας τα οποία όλοι γνωρίζουμε αλλά το κράτος δε φρόντισε να επιλύσει έστω με παροχή εξοπλισμού για τους πλέον αδύναμους. Με εξαίρεση τις πρωτοβουλίες κάποιων δήμων, ιδιωτών, δωρεών αλλά και κινήσεων αλληλεγγύης παιδιών προς τους συμμαθητές τους, ένα μέρος της σχολικής κοινότητας αποτελεί το αποπαίδι της εκπαίδευσης.

Η οικονομική δυσπραγία: Αλήθεια, γιατί είναι τόσο αυτονόητο ότι όλοι οι γονείς έχουν τη δυνατότητα είτε να βρίσκονται στο σπίτι και να βοηθούν τα παιδιά τους με την τηλεκπαίδευση, προσέχοντάς τα ταυτόχρονα αν είναι σε μικρή ηλικία; Και ποιος είναι τόσο αποξενωμένος από την ελληνική πραγματικότητα ώστε να μη μπορεί να αντιληφθεί ότι για να καθίσει ένας γονιός στο σπίτι πρέπει είτε να βγει σε μια άδεια ειδικού σκοπού με αρχή, μέση και τέλος, ρισκάροντας τη θέση του αλλά και χωρίς γνώση του τί μέλλει γενέσθαι μετά το πέρας της, είτε να βάλει σε δεύτερη μοίρα τη δουλειά του αν είναι ελεύθερος επαγγελματίας με ό,τι συνεπάγεται η μείωση των εισοδημάτων μιας οικογένειας είτε να αφήσει τα παιδιά του για φροντίδα στους παππούδες, κόντρα στις εισηγήσεις των ειδικών, ακόμα και κόντρα στο Σπύρο Παπαδόπουλο που θεωρεί, ίσως, πώς όλοι μπορούν να “προσλάβουν” βοήθεια και “παππούδες και γιαγιάδες, μακριά από τα εγγόνια, ξέρω, θα μου πεις Σπύρο, είναι δύσκολο..” σε μια Ελλάδα όπου ο βασικός μισθός αγγίζει τα 650 ευρώ μηνιαίως;

Σπύρο, θα σε στενοχωρήσω, μα είναι δύσκολο. Από την αρχή ήταν δύσκολο για μια οικογένεια με δύο εργαζόμενους γονείς ακόμα και μια εβδομαδιαία απουσία από την εργασία λόγω ασθένειας παιδιού, πόσω μάλλον σε μηνιαία βάση με τις επικείμενες γιορτές των Χριστουγέννων όπου τα παιδιά απλά θα μένουν στο σπίτι χωρίς καν τηλεκπαίδευση και με μια αμυδρή προοπτική ανοίγματος των σχολείων μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου, αναλόγως των αριθμών εκείνη την περίοδο. Μιλάμε, λοιπόν, για μια ήδη δίμηνη απουσία σχολείου όπου καμία άδεια ειδικού σκοπού δε μπορεί να διαρκέσει για τόσο μεγάλο διάστημα, καμία εργοδοτική κατανόηση δε φτάνει τόσο μακριά και, φυσικά, καμία οικογένεια εργαζόμενων δεν έχει την πολυτέλεια της παραίτησης προκειμένου η μητέρα να γίνει μια χομπίστρια δασκάλα.

Lets talk numbers

Tα νούμερα (πηγή TVXS ), εν τέλει, είναι αυτά που καταδεικνύουν την αποτελεσματικότητα ή μη ενός συστήματος. Τα νούμερα μας μιλάνε στο σχετικό ηλεκτρονικό ερωτηματολόγιο που κλήθηκαν να συμπληρώσουν τα σχολεία όλης της επικράτειας και μας λένε τα εξής:

  • Περίπου 64% των εκπαιδευτικών παρέχουν εξ αποστάσεως εκπαίδευση από το σχολείο τους

Περίπου 64% των εκπαιδευτικών παρέχουν εξ αποστάσεως εκπαίδευση από το σχολείο τους

 

  • Οι μαθητές, σε ποσοστό περίπου 62%, παρακολουθούν τα εξ αποστάσεως σχολικά τους μαθήματα μέσω κινητού τηλεφώνου

 Οι μαθητές, σε ποσοστό περίπου 62%, παρακολουθούν τα εξ αποστάσεως σχολικά τους μα

  •  Το 85% των σχολείων που απάντησαν δήλωσαν ότι υπάρχουν μαθητές που δεν έχουν καμία πρόσβαση στο διαδίκτυο

  •  Το 60%  των σχολείων που απάντησαν δήλωσαν ότι δεν υπάρχει στο σχολείο τους ΚΑΜΙΑ διαθέσιμη ηλεκτρονική συσκευή για δανεισμό

  • Σε ποσοστό περίπου 28% δήλωσαν ότι 1-5 μαθητές δεν διαθέτουν τεχνολογικό εξοπλισμό κατάλληλο για πρόσβασή τους στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση.

 

Του ρεζουμέ το ανάγνωσμα

Δε χρειάζεται να είσαι ειδικός ή παθών για να αντιληφθείς το μέγεθος της προχειρότητας που διέπει το σύστημα της τηλεκπαίδευσης. Δάσκαλοι σε πανικό και υπερεργασία, γονείς σε αμόκ, παιδιά σε εξάρτηση από την οθόνη και κοντά στην ιδρυματοποίηση, σύστημα σε κατάρρευση, Υπουργείο σε άρνηση. Η καλή πρόθεση δεν αρκεί, ούτε και η προσπάθεια. Το αποτύπωμα που αφήνει το εγχείρημα είναι αρνητικό σε κάθε του πτυχή, τα προβλήματα δημιουργούν ένα ασταμάτητο ντόμινο και μόλις τα σχολεία ανοίξουν ξανά, το μόνο σίγουρο είναι πως ένα τεράστιο ΟΥΦ θα πλανάται στην ατμόσφαιρα. Από τα χείλη όλων. Αν μπορούμε να πούμε πως ουδέν κακόν αμιγές καλού, αυτό είναι μόνο η κατανόηση των παιδιών πως το σχολείο δεν είναι μια βαρετή καθημερινότητα, ένα καταναγκαστικό έργο, μα η υπέροχη κι ανέμελη μαθητική ζωή που όλοι μεγαλώνοντας νοσταλγούμε και θυμόμαστε με αγάπη. Ευχή μου, όλο αυτό να αποτελεί μια μικρή κακή παρένθεση γι’ αυτή τη γενιά.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here