Το Βραβείο Νόμπελ, απονέμεται ετήσια και διεθνώς σε μια σειρά από κατηγορίες, σε αναγνώριση των πολιτισμικών ή και επιστημονικών επιτευγμάτων. Επιτευγμάτων, που συνεισφέρουν στο οικουμενικό καλό, στο συνολικό όφελος, στην παγκόσμια ανακούφιση προβλημάτων, στη βελτίωση της ποιότητας ζωής της ανθρωπότητας. Ή έτσι θα έπρεπε να είναι.

Δημιουργείται, λοιπόν, ένα μικρό “προβληματάκι”. Ποιος μπορεί να ορίσει τους δικαιούχους του Βραβείου ;

Στην περίπτωση του Βραβείου επί των Οικονομικών, που θεσμοθέτησε η τράπεζα της Σουηδίας,  ανακύπτει και ένα επιπλέον πρόβλημα. Μπορεί να υποκρύπτει πολιτικές σκοπιμότητες ;

Ένα τέτοιο Βραβείο, θεωρήθηκε, ότι πρέπει να δοθεί και στον, καθώς αναφέρεται, “υπέρμαχο της τιμιότητας, της εργατικότητας, της εκτίμησης στη μάθηση και του πατριωτισμού“, Χ. Πισσαρίδη. Η ομάδα, λοιπόν, Diamond, Μortensen και Πισσαρίδη, ατομικά και συλλογικά, κατάφερε να βελτιώσει “τη δυνατότητα της οικονομικής επιστήμης να αναλύει καυτά και επίκαιρα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, όπως την κατανόηση της δομικής ανεργίας και την ανάλυση αγορών με τριβές στις συναλλαγές, δηλαδή χωρίς τον κλασικό μηχανισμό προσαρμογής τιμών σε απότομες μεταβολές προσφοράς ή ζήτησης”.

Οι τριβές μπορεί να οφείλονται σε μια πληθώρα παραγόντων, όπως στην αναντιστοιχία μεταξύ των απαιτούμενων προσόντων για μια θέση και των διαθέσιμων προσόντων των ανέργων, στις διαφορές στην τοποθεσία, στη θεσμική δομή μιας οικονομίας όσον αφορά τον τρόπο πληροφόρησης για τις θέσεις εργασίας και άλλα.

Αναφέρει ο Χ. Πισσαρίδης :

Μια θέση εργασίας είναι ένα περιουσιακό στοιχείο που ανήκει στην επιχείρηση. Αν η θέση είναι κενή έχει κάποια αξία επειδή αναμένεται να πληρωθεί και να αποδώσει κέρδος στο μέλλον, και αν είναι ήδη δοσμένη, παράγει με σκοπό το κέρδος. Οι κενές θέσεις είναι κάτι σαν καινούρια επενδυτικά έργα που δεν έχουν αρχίσει ακόμη να επιφέρουν κέρδη. Αν η καθαρή τους αξία είναι θετική, η επιχείρηση θα τις δημιουργήσει με σκοπό το κέρδος, ενώ αν η αξία είναι αρνητική η επιχείρηση ζημιώνει από αυτές, οπότε είναι λογικό να τις καταργήσει. Επομένως, ο αριθμός των θέσεων εργασίας όταν η αγορά βρίσκεται σε ισορροπία θα μπορούσε να υπολογιστεί από τη συνθήκη όπου η αξία μιας νέας κενής θέσης είναι μηδενική. Ο ρυθμός σύμπραξης εργαζόμενου-επιχείρησης εξαρτάται από δυο παράγοντες: να έρθει ο εργαζόμενος σε επαφή με μια επιχείρηση που ψάχνει υπαλλήλους και να αποδεχτεί την προσφορά μισθού της επιχείρησης.

Σε μια οικονομία όπου οι εργάτες δεν έχουν ισχυρά κίνητρα να αποδεχτούν μια προσφορά σύντομα, επειδή για παράδειγμα αμείβονται γενναιόδωρα και χωρίς προϋποθέσεις από το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων, η καμπύλη Beveridge βρίσκεται πιο μακριά από την αρχή των αξόνων (…) Η αύξηση της ανεργίας συνδέεται είτε με αυξημένη αναντιστοιχία προσόντων εργαζομένων-απαιτήσεων επιχειρήσεων, είτε με το πιο γενναιόδωρο σύστημα στήριξης εισοδήματος για τους ανέργους. Είναι επίσης πολύ πιθανόν να οφείλεται στη συσσώρευση μακροχρόνιας ανεργίας, που απογοητεύει τους ανέργους και καταστρέφει τα κίνητρα που έχουν για να ψάξουν για εργασία”.

Μάταια θα ψάξει κανείς αναφορές για την ανεργία, ως κοινωνικό πρόβλημα ή διαρθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής αγοράς εργασίας, για την πανδημία και τις επιπτώσεις της στην οικονομική και κοινωνική συνοχή,

Θα συναντήσει όμως διαπιστώσεις για “αργές και ημιτελείς νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις” και προτάσεις για “επιλογή από τους ανέργους του αντικειμένου κατάρτισής τους, για αξιολόγηση των ικανοτήτων τους από τα ιδιωτικά κέντρα κατάρτισης, για τον περιορισμό του ΟΑΕΔ στον έλεγχο και τις πληρωμές του συστήματος κατάρτισης”.

Θα συναντήσει την ιδεολογική εμμονή της κατάταξης των μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων στη “γκρίζα ζώνη” της οικονομίας, την περαιτέρω ελαστικοποίηση και απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, τις ιδιωτικοποιήσεις κρατικών επιχειρήσεων σε υποδομές και ενέργεια, την αποκλειστική ανάθεση σε ΣΔΙΤ των έργων υποδομής και κυκλικής οικονομίας, τη μερική ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών υγείας και επιλεκτικά της εκπαίδευσης, τη μείωση της φορολογίας του μεγάλου εισοδήματος και των μεγάλων επιχειρήσεων, τη μείωση των κοινωνικών δαπανών και φυσικά την ιδιωτικοποίηση της Επικουρικής Ασφάλισης.

Τι σημαίνει αυτό ; Ιδιωτικές κερδοσκοπικές επιχειρήσεις θα διαχειρίζονται τις εισφορές των νέων ασφαλισμένων για ίδιο όφελος. Ταυτόχρονα, γύρω στα 60 δισεκατομμύρια ευρώ, θα λείψουν από το δημόσιο σύστημα γιατί αυτό θα εξακολουθήσει να καταβάλλει συντάξεις χωρίς να εισπράττει εισφορές. Και πώς θα αναπληρωθεί αυτό το έλλειμμα ; Με φόρους, μειώσεις άλλων δημόσιων δαπανών, μειώσεις των συντάξεων, δημοσιονομικό έλλειμμα και δημόσιο χρέος.

Θα συναντήσει τη χρηματοδότηση της Δημόσιας Εκπαίδευσης, με αυθαίρετα κριτήρια αξιολόγησης, τον ανταγωνισμό των Πανεπιστημίων μεταξύ τους για την καλύτερη χρηματοδότησή τους και την εξασφάλιση φοιτητικής πελατείας.

Η υιοθέτηση ενός τέτοιου σχεδίου από την Κυβέρνηση σημαίνει, ότι αποτελεί καθαρά στρατηγική της επιλογή.

Μια επιλογή απροκάλυπτα ακραία νεοφιλελεύθερη, που για να επιβληθεί, θα πρέπει να συνοδευτεί με περιστολή και καταστολή ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, που φαίνεται να έχει ήδη αρχίσει.

Μένει να δούμε, αν η κοινωνία θα το επιτρέψει !

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here