Ενώ υπάρχουν ισχυρά δεδομένα στη μελέτη τα οποία δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για την ορθότητα του βασικού συμπεράσματος των καθηγητών οτι η περιορισμένη αποτελεσματικότητα του ΕΣΥ συνδέεται με την υποχρηματοδότησή του, την υποστελέχωσή του και την έλλειψη επαρκών εγκαταστάσεων (ικανό αριθμό απλών κλινών και ΜΕΘ), τελικά η αρμόδια πολιτική αρχή όχι μόνο αρνείται να τα δει αλλά απαξιώνει το ρόλο που η ίδια έδωσε στον καθηγητή Σωτήρη Τσιόδρα. Η ίδια πολιτική αρχή τον τοποθέτησε ευθύς εξαρχής όχι μόνο επικεφαλής της χώρας μας κατά της πανδημίας, αλλά και απευθείας ανώτατο σύμβουλο της επί του θέματος. Σε μία προσπάθεια να επηρεάσει τους πολίτες για να τηρήσουν τα μέτρα, και αργότερα, να πειστούν για την αναγκαιότητα του εμβολιασμού, τον περιέβαλε εμφατικά με την απόλυτη εμπιστοσύνη της και μάλιστα σε κοινή τηλεοπτική θέα με τη συνεργασία σχεδόν όλων των ΜΜΕ. Δεν ήταν άλλωστε λίγες οι φορές που οι πολίτες έφταναν να τον περιμένουν με αγωνία στην αντίστοιχη απογευματινή ενημέρωση για θέματα της πανδημίας.

Ήταν οι ενέργειες αυτές αναγκαίες; Η απάντηση είναι θετική – από τη στιγμή που δεχόμαστε ότι τα μέτρα που πρότεινε ο ίδιος και η αντίστοιχη επιτροπή ήταν τα ενδεδειγμένα για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Κάτι που φαινόταν να δέχεται σχεδόν το σύνολο των πολιτικών κομμάτων αλλά κυρίως η κυβέρνηση που έχει και την τελική ευθύνη. Τα μέτρα αυτά έπρεπε να φέρουν την υπογραφή ενός επιστήμονα ή μίας ομάδας επιστημόνων αδιαπραγμάτευτου κύρους, οι θέσεις των οποίων υπερέβαιναν την οποιαδήποτε κριτική και κατείχαν την ισχύ της αλήθειας όχι μόνο apriori αλλά και στοιχειοθετημένα. Αυτό ήταν και το όπλο έναντι οποιονδήποτε αρνητών, είτε της πανδημίας, είτε του εμβολιασμού. Το όπλο λοιπόν αυτό χρησιμοποιήθηκε, και μεγάλο τμήμα των πολιτών συντάχθηκε με τις απόψεις της επιστήμης, δεχόμενο την άποψη των «ειδικών» ως την μόνη οδό για την έξοδο από την πανδημία και τις επώδυνες συνέπειες της σε όλους τους τομείς της ζωής: Κι όλα αυτά, παρά το γεγονός οτι κάποιοι από αυτούς τους τομείς (π.χ. οικονομία) πλήττονταν από αυτά τα ίδια τα προτεινόμενα μέτρα, τα οποία όμως γινόταν δεκτά ως αναγκαία. αφού έφεραν την υπογραφή των επιστημόνων…

Η αντιμετώπιση της τελευταίας μελέτης όμως έφερε στο προσκήνιο ισχυρά στοιχεία απαξίας όπως:

α) ο αρχηγός της κυβέρνησης, αρνείται ότι την έλαβε, μπερδεύοντας μάλιστα τα λόγια του στη Βουλή, ενώ ήδη προ ημερών είχε υιοθετήσει και εκφράσει αντίθετη άποψη από τα συμπεράσματά της περί της αναγκαιότητας των ΜΕΘ,

β) ο καθηγητής σύμβουλός του φαίνεται ότι μάλλον δεν θεώρησε αναγκαίο, κατά τον πρωθυπουργό, να τον ενημερώσει στις τρείς (3) εβδομαδιαίως συναντήσεις τους, ενώ ταυτόχρονα, ο έτερος ερευνητής, ο Θεόδωρος Λύτρας, διαψεύδει βεβαιώνοντας εμφατικά ότι οι επιστήμονες ενημέρωσαν σε ανώτατο επίπεδο προκειμένου να ληφθούν μέτρα,

γ) η Γενική Γραμματέας Δημόσιας Υγείας σπεύδει να εφεύρει σφάλματα στη μεθοδολογία της και ελλείψεις στα στοιχεία της, προσβάλλοντας την τηλεοπτικά και χωρίς καμία ενδεδειγμένη επιστημονική διαδικασία ενώ

δ) όλη η κυβερνητική ηγεσία αναφέρεται σε παγιωμένα και επαναλαμβανόμενα προβλήματα της περίθαλψης που δεν σχετίζονται με την πανδημία, σα να μην αναφέρονται σε απώλεια ανθρώπινων ζωών…

Πέραν της προφανούς ζημιάς που έχουν υποστεί οι ασθενείς γιατί δεν ελήφθησαν υπόψη τα συμπεράσματα της μελέτης και δεν πάρθηκαν τα ανάλογα μέτρα στο σύστημα υγείας, υπάρχει και κάτι ακόμα ευρύτερο, και δύσκολα αναστρέψιμο στο μέλλον. Αυτό δεν είναι άλλο από την αμφισβήτηση της επιστημονικής άποψης, με τηλεοπτικούς όρους επικαιρότητας, και το παράδειγμα οτι ο οποιοσδήποτε μπορεί να τοποθετείται αυτοβούλως σε θέση κριτή, χωρίς καμία ουσιαστική γνώση του αντικειμένου. Αυτό καθίσταται ζημιογόνο όχι μόνο γιατί απαξιώνεται η πραγματική συνεισφορά της επιστήμης στην καθημερινότητα και την ορθή αντιμετώπιση των προβλημάτων της, αλλά γιατί το κύρος των επιστημόνων καταρρακώνεται και ο λόγος τους εξισώνεται με τον οποιοδήποτε έχει βήμα και επιθυμεί να αρθρώσει διαφορετική άποψη επί του θέματος.

Είναι προφανές ότι μια τέτοια «εκπαιδευτική» διαδικασία των πολιτών, από την κυβερνητική εξουσία, θα οδηγήσει σε ευρύτερα στρώματα «αρνητών» όχι μόνο επί των θεμάτων της πανδημίας αλλά και οποιουδήποτε άλλου θέματος θα προκύψει στο μέλλον και θα απαιτήσει τη συνεργασία της κοινωνίας.

Στην περίπτωση αυτή οι κυβερνώντες ενέργησαν ως «αρνητές της αλήθειας», της επιστημονικής αλήθειας όχι της πολιτικής, που έχουν τον κυρίαρχο ρόλο. Διέρρηξαν την εμπιστοσύνη που υποτίθεται ότι ήθελαν να χτίσουν στην αρχή της πανδημίας. Αποδεικνύεται λοιπόν εκ των υστέρων, ότι τότε, τα ελατήρια ήταν απλώς η εφήμερη εκμετάλλευση και η εργαλειοποίηση της επιστήμης. Όταν αυτή προέβαλε μία διαφορετική, και ταυτόχρονα πολιτικά δυσάρεστη, εικόνα, απαξιώθηκε με όλα τα μέσα και την απαιτούμενη ένταση δημοσιότητας, αντί η διαφορετική αυτή εικόνα να λειτουργήσει ως εφαλτήριο βελτίωσης της διαμορφωμένης κατάστασης. Αυτό δεν μπορεί παρά να επιστραφεί στο μέλλον εντόκως και με ολέθριες ίσως συνέπειες. Και σε όλα τα θέματα, όχι μόνο στο συγκεκριμένο της πανδημίας που τότε πιθανώς δεν θα υπάρχει: Οι αρνητές οποιασδήποτε πραγματικότητας θα έχουν προκύψει ως αποτέλεσμα μιας «επιτυχούς εκπαιδευτικής διαδικασίας» στην αμφισβήτηση άνευ στοιχείων και γνώσεων. Τότε κανείς δεν θα δικαιούται να «πέφτει από τα σύννεφα» στο άκουσμα της πλέον παράλογης και ανεδαφικής άποψης…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here