Το ταγκό της υποταγής είναι χορός για δύο, ο ένας κατευθύνει κι ο άλλος ακολουθεί σαν το σκυλί. Καμιά σχέση με τον παθιασμένο Αργεντίνικο χορό, έναν χείμαρρο αισθημάτων και αισθήσεων και απειλητικό ανατροπέα δεδομένων. Αρκεί ένα άγγιγμα χεριών, ο μαγνητισμός βλεμμάτων, το αντάμωμα ανασών, τα αρώματα των σωμάτων να τινάξουν στον αέρα προκαθορισμένους ρόλους, φέρνοντας τον ακόλουθο στη θέση του οδηγού. Το ταγκό της υποταγής δεν αντέχει επικίνδυνους πειραματισμούς, έχει αυστηρό πρωτόκολλο. Ο καβαλιέρος πρέπει να δείχνει ή να νοιώθει παντοδύναμος βασιλιάς και αυτοκράτορας και η ντάμα τρομαγμένη κι αδύναμη εταίρα, πρόθυμη να υποκύπτει στις ορέξεις του.

Το concept του χορού μοιάζει επιχειρηματικό και στήνεται αριστοτεχνικά. Μια ατέλειωτη κουστωδία από αυλοκόλακες, γυρολόγους, πραιτοριανούς και παρατρεχάμενους φιλοτεχνεί το προϊόν «καβαλιέρος». Αμέτρητοι γραφιάδες γράφουν και ξαναγράφουν σενάρια, σκηνογράφοι και μουσικοί φτιάχνουν ειδυλλιακή ατμόσφαιρα, ενδυματολόγοι ντύνουν σικάτα τον καβαλιέρο, μακιγιέρ του σκεπάζουν τις ατέλειες, επικοινωνιολόγοι του κάνουν μαθήματα υποκριτικής, φωτογράφοι τον στεφανώνουν  με τη λάμψη των φλας, ψυχολόγοι τον μαθαίνουν να μένει ψυχρός και απροσπέλαστος από αισθήματα και τοξοβόλοι πετούν  βέλη δηλητήριο στον ανταγωνιστή του και αντίζηλο.  Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, ο λεγάμενος  δεν είναι και κανένας τυχαίος. Κρατά συνήθως από σόι και τα ψηλά πατώματα, ξέρει το σαβουάρ βιβρ και τη γλώσσα των σαλονιών, άνθρωπος της πιάτσας και περπατημένος στα αθέατα υπόγεια με τα αλισβερίσια και τα μεγάλα deals.

Η πολύφερνη ντάμα, από την άλλη, μια ζωή στη γύρα και στο κουρμπέτι, παλεύει να τα φέρει βόλτα, μα δεν την αφήνουν. Πολλοί οι επίδοξοι μνηστήρες, μέσα κι έξω, διεκδικούν τα θέλγητρα της. Τι να κάνει η δόλια, για να ζήσει αναγκάζεται καμιά φορά να πουλήσει όχι το κορμί αλλά τη ψυχή της. Παλιότερα ήταν αλέγκρα κι ανέμελη με τα λίγα ή τα περισσότερα, νομίζοντας η ανόητη πως της φτάνει η κληρονομιά των θρυλικών προγόνων της. Ώσπου το 2010 έχασε τη γη κάτω απ’ τα πόδια της, μαζί και το μυαλό. Κι όταν τόλμησε να  ψελλίσει και κανένα όχι, την έσυραν ημίγυμνη στο μεϊντάνι για τιμωρία.

Μ’ αυτή την  ψυχολογία δέχτηκε το χορό με τον κομψό καβαλιέρο, ξεμυαλισμένη  με τα γλυκόλογα του, ελπίζοντας να τον ξελογιάσει, να τον φέρει στα νερά της. Σου λέει, έλα μωρέ, τι έχω να χάσω, δεν είναι δα και έρωτας, μόνο ένα απλό συνοικέσιο. Το είχε ξανακάνει και παλιότερα, μα πήρε δρόμο τρέχοντας. Μόνο που τώρα είναι αλλιώς. Με μιας εκείνος τυλίγει γύρω της τα χέρια σαν τανάλιες, για να μην αμφιβάλλει κανένας ποιος είναι αφεντικό. Η ντάμα η σκερτσόζα κι ευκολόπιστη, με όλα τα ντέρτια της, δεν το βάζει κάτω, τινάζεται να ανασάνει, να λικνιστεί, να σαγηνέψει. Μάταιος κόπος. Το σφιχταγκάλιασμα  είναι ασφυκτικό, συχνά και βίαιο. Είναι κι αυτή η αμπαρωμένη πόρτα της σάλας χορού που δεν την αφήνει να δραπετεύσει, γιατί, της λένε, έξω κυκλοφορεί ένας ζερζεβούλης που λέγεται κορονοϊός. Είναι και τα  μεγάφωνα και οι ντουντούκες που της παίρνουν τ’ αφτιά.   Σήκω πάνω, κάτσε κάτω, μη το ένα μη το άλλο, μια με το καλό μια με το στανιό, εχθρός σου ο ένας σατανάς ο άλλος, σκάσε και κολύμπα, σύνελθε και λογικέψου, δική σου η ευθύνη, πάνε οι άπλες που ήξερες. Ένα κατάμαυρο σύννεφο φόβου την τυλίγει, κάνοντας την να γέρνει ζαλισμένη στον κόρφο του καβαλιέρου. Την σμπαραλιάζει αυτός ο φόβος, κατάντησε ακούνητο σακί άμμου, που μυαλό να σκεφτεί και να κρίνει.

Ε, όχι κι έτσι. Αυτός πια ο χορός της υποταγής δεν είναι ταγκό, είναι άνισος πολεμικός πυρρίχιος που καταλήγει στο χορό του Ζαλόγγου. Κατάλαβες ντάμα; Κάνε κάτι πριν καταλήξεις στο γκρεμό.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here